Και οι «λιγότερο καλές» εσοδείες έχουν ψυχή!
Στις μέρες μας όλα γίνονται γρήγορα: διαβάζουμε «διαγώνια», σκεφτόμαστε επιφανειακά, συζητάμε με ανυπομονησία, βιαζόμαστε να περάσουμε στο επόμενο θέμα, γράφουμε και μιλάμε ταυτόχρονα.
Όμως, το κρασί από τη φύση του είναι συνδεδεμένο με την αργή απόλαυση· με τον χρόνο που αφιερώνουμε σε ένα γεύμα, σε ένα δείπνο, σε μία συζήτηση. Είναι συνδεδεμένο με τον χρόνο που απαιτείται να ωριμάσει το φυτό και να δώσει σταφύλι. Μέσα σε αυτόν τον χρόνο, συμβαίνουν όλα όσα καθορίζουν το πόσο καλή θα είναι κάθε εσοδεία, κάθε χρονιά, για κάθε περιοχή.
Η διαμόρφωση της εσοδείας
Το πόσο κρύο έκανε τον χειμώνα, πόσα χιόνια έπεσαν, πόσο γρήγορα ήρθε η άνοιξη, πόσο έβρεξε, εάν υπήρχαν υγρασίες και ασθένειες στο αμπέλι, πώς εξελίχθηκαν οι καλοκαιρινοί μήνες και, βέβαια, τι καιρό έκανε κατά τη διάρκεια του τρύγου, είναι μόνο ελάχιστες από τις παραμέτρους που συμμετέχουν στο πώς θα εξελιχθεί και πώς θα χαρακτηριστεί, τελικά, κάθε εσοδεία.
Vintage charts: χρήσιμο εργαλείο
Σε αυτό το πλαίσιο, τα vintage charts (διαγράμματα αξιολόγησης εσοδειών) αποτελούν ένα εργαλείο ευκολότερης πλοήγησης του καταναλωτή βάσει όσων έχει ανάγκη. Αναγκαστικά, βέβαια, χάριν της βαθμολόγησης, απλοποιούν μία πραγματικότητα που είναι πολύ πιο σύνθετη από ένα νούμερο: την ανάλυση και τον χαρακτηρισμό της. Συχνά θεωρούμε ότι οι συνειδητοί καταναλωτές κρασιού είναι άνθρωποι που δεν έχουν πολύ χρόνο, αναζητούν την ποιότητα και θέλουν να οδηγηθούν σε αυτήν γρήγορα. Ποιο είναι, όμως, το ζητούμενο για την πλειονότητα όσων αγοράζουν κρασί: η υψηλή ποιότητα ή η σχέση της με την τιμή;
Η παγίδα του «εξαιρετικού»
Δεν είναι λίγες οι φορές που πολλοί οινόφιλοι παρασύρονται από μια μαξιμαλιστική θεώρηση των πραγμάτων, αναζητώντας το «εξαιρετικό» ή το «κορυφαίο». Τελικά, όμως, όπως συμβαίνει και με οτιδήποτε άλλο στη ζωή, η γοητεία βρίσκεται παντού, πολλές φορές εκεί που δεν το περιμένεις. Όσον αφορά δε τις εσοδείες, το ενδιαφέρον επεκτείνεται πολύ πιο πέρα από αυτές που χαρακτηρίζουμε εξαιρετικές.
Τιμή, εσοδεία και προσβασιμότητα
Αυτονόητο είναι πως η τιμή αποτελεί μια σημαντική παράμετρο όταν αγοράζουμε κρασί. Άλλο τόσο αυτονόητο είναι, λοιπόν, πως θα πρέπει να επηρεάζεται από το πόσο καλή ήταν η εσοδεία για την περιοχή οινοπαραγωγής του κρασιού. Έτσι, μιλώντας για οινοπαραγωγικές περιοχές και οινοπαραγωγούς με συνείδηση όσον αφορά την εσοδεία, τα κρασιά μιας λιγότερο καλής εσοδείας φθάνουν στην αγορά σε χαμηλότερη τιμή από αυτά μιας καλύτερης, πόσο μάλλον κορυφαίας. Οπότε είναι πιο προσιτά σε περισσότερους καταναλωτές και καθίστανται πιο ελκυστικά. Αυτός ο κανόνας —φιάλες λιγότερο καλών εσοδειών σε χαμηλότερη τιμή από τις καλύτερων— ισχύει σε όλες σχεδόν τις κορυφαίες οινοπαραγωγικές περιοχές του κόσμου και σε ώριμες οινικές αγορές.
Παραδείγματα ξένων οινοπαραγωγικών ζωνών
Τέτοιες περιοχές, όπως π.χ. αυτές του Μπορντό, της Βουργουνδίας και της Καμπανίας (Γαλλία), του Πεδεμοντίου (Ιταλία), της κοιλάδας Νάπα στην Καλιφόρνια (ΗΠΑ), καθώς και του Μόζελ και του Ράινγκαου (Γερμανία), αλλά και πολλές άλλες, προσαρμόζουν τις τιμές ανά εσοδεία, είτε μέσω του συστήματος en primeur (προαγορά κρασιών που ωριμάζουν ακόμα στο βαρέλι), είτε κατά την επίσημη κυκλοφορία τους.
Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το εμβληματικό κρασί Château Lafite-Rothschild 1er Grand Cru Classé (Pauillac AOC). Ενώ η εξαιρετική εσοδεία του 2010 βγήκε στην αγορά en primeur στα 900€, η τιμή για το 2012 «κατρακύλησε», κυριολεκτικά, στα 335€, ενώ εκείνη του 2013 σημείωσε περαιτέρω πτώση της τάξεως του 14% σε σχέση με το 2012, αγγίζοντας τα 288€. Όλα αυτά, μάλιστα, για ένα κρασί-σύμβολο παγκοσμίως, πόσο μάλλον για τα υπόλοιπα, αφού κρασιά σαν το συγκεκριμένο λειτουργούν ως «ατμομηχανές» της παγκόσμιας αγοράς, τόσο για κορυφαίες όσο και για λιγότερο ευνοημένες εσοδείες.
Τι γίνεται στην Ελλάδα;
Στην Ελλάδα, η έννοια της εσοδείας και, κυρίως, η συνειδητοποίησή της βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο. Το κοινό, δικαίως, δεν έχει αντιληφθεί ότι οι χαμηλότερες τιμές των κρασιών σε λιγότερο καλές εσοδείες δεν σημαίνουν «αποτυχία», αφού δεν υπάρχει κουλτούρα γύρω από το θέμα αυτό, καθώς οι οινοποιοί δεν προσαρμόζουν τις τιμές τους (τουλάχιστον στα κορυφαία κρασιά τους, που είναι ουσιαστικά τα κρασιά για τα οποία η συζήτηση αυτή έχει πραγματικό νόημα). Πώς, λοιπόν, να μιλήσουμε για τις ευκαιρίες που κρύβουν τα κρασιά λιγότερο καλών εσοδειών, όταν οι περισσότεροι παραγωγοί, με αυτόν τον τρόπο, τις «αποκρύπτουν»;
Με στρατηγική διαχείριση και σωστή επικοινωνία, τα κρασιά αυτά μπορούν να φτάσουν στην αγορά σε πιο προσιτές τιμές και να προσεγγίσουν ευρύτερο κοινό. Στον αντίποδα, τα κρασιά κορυφαίων εσοδειών μπορούν να τιμολογηθούν πιο ψηλά ή να κρατηθούν για παλαίωση, κερδίζοντας υπεραξία και προσφέροντας μεγαλύτερη απόδοση στους παραγωγούς.
Το όφελος είναι τριπλό: ενισχύεται η γνώση και η εμπιστοσύνη του καταναλωτή, δημιουργείται συνείδηση γύρω από τις εσοδείες, και οι Έλληνες οινοποιοί αξιοποιούν καλύτερα τα κρασιά όλων των χρονιών. Πρόκειται για ένα win-win αποτέλεσμα, που απαιτεί βούληση, αμφίπλευρη οπτική, ίσως και τόλμη: όχι μόνο εκμετάλλευση των κορυφαίων εσοδειών, αλλά, παράλληλα, σωστή διαχείριση όλων.
Πότε καταναλώνεται ένα κρασί;
Κατά κανόνα, όσο καλύτερη είναι η εσοδεία, τόσο μεγαλύτερο είναι το δυναμικό παλαίωσης ενός κρασιού. Παράλληλα, όμως, τόσο περισσότερος χρόνος απαιτείται ώστε η φιάλη να φτάσει στην κορυφαία στιγμή για κατανάλωση. Είναι σαφές ότι τις περισσότερες φορές που αγοράζουμε κρασί στοχεύουμε στο να το καταναλώσουμε άμεσα ή σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έχει, λοιπόν, νόημα να λαμβάνεται υπόψη ότι τα κρασιά μιας εσοδείας που έχει βαθμολογηθεί χαμηλότερα —πέρα από πολύ πιο ενδιαφέροντα οικονομικά— ίσως είναι κατάλληλα για πιο κοντινή κατανάλωση σε σχέση με την ημερομηνία που βγήκαν στην αγορά, ικανοποιώντας περισσότερες περιστάσεις.
Όταν η συνολική βαθμολόγηση αδικεί
Από την άλλη, κάθε αμπελοοινική ζώνη έχει τις υπο-περιοχές της, με αμπελοτόπια που είναι ενδεχομένως μοναδικά και καλλιεργούνται από ανθρώπους που τα γνωρίζουν καλά και τα διαχειρίζονται με εξαιρετική φροντίδα, δίνοντας ίσως καλύτερα αποτελέσματα από το σύνολο της ζώνης. Επίσης, τα φυτά σε κάθε αμπελώνα αντιδρούν διαφορετικά σε εξωτερικούς παράγοντες που διαμορφώνουν κάθε εσοδεία. Σε ένα vintage chart, όμως, η βαθμολόγηση των εσοδειών των οινοπαραγωγικών ζωνών είναι συνολική, με αποτέλεσμα κάποια κρασιά να αδικούνται και κάποια να ευνοούνται. Γι’ αυτό, εξάλλου, υπάρχουν και οι μεμονωμένες αξιολογήσεις κρασιών και η βαθμολόγησή τους.
Κάθετες δοκιμές: το κρασί στον χρόνο
Μία από τις μεγαλύτερες απολαύσεις που δίνει το κρασί είναι οι διαφοροποιήσεις του. Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει, έτσι, κάθε κάθετη γευστική δοκιμή (το ίδιο κρασί σε διαφορετικές εσοδείες), που ταξιδεύει οργανοληπτικά στις διαφορετικές χρονιές και τις διαφορετικές καιρικές συνθήκες που διαμόρφωσαν το περιεχόμενο κάθε φιάλης. Άλλωστε, με αυτό τον τρόπο, κάθε δοκιμαστής, κάθε καταναλωτής, άτυπα ή μη, μπορεί να διαμορφώσει τη δική του αξιολόγηση εσοδειών, το δικό του vintage chart.
Το κρασί ως ταξίδι
Το κρασί, πέρα και πάνω από όλα, είναι ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι στον τόπο, τους αμπελουργούς που φρόντισαν τα φυτά για το σταφύλι παραγωγής του, τους ανθρώπους που το έφτιαξαν. Είναι, όμως, και ένα ταξίδι στον χρόνο και στις καιρικές συνθήκες κάθε χρονιάς. Μεταμορφώνεται, έτσι, σε προσωπικό ταξίδι κάθε ενός, σε γευστικές και οσφρητικές αναμνήσεις και σε συναισθήματα που αυτές δημιούργησαν.
Κατά συνέπεια, τα vintage charts που σέβονται τον εαυτό τους έχουν ως στόχο να δώσουν βήμα σε όλες τις εσοδείες. Να μας προτρέψουν να τις αγαπήσουμε, σχεδόν όλες, κάθε μία για τα χαρακτηριστικά και τη μοναδικότητά της. Για τις διαφορετικές συγκινήσεις που μπορούν να προσφέρουν μέσα από τα κρασιά τους.
Χειροκρότημα στην κορυφή, χώρος για όλους
Ασυζητητί, μια κορυφαία ή εξαιρετική εσοδεία αξίζει το χειροκρότημά μας, ενδεχομένως και τις ψηλές τιμές των κρασιών της. Μέσα στο πνεύμα της αγάπης για το κρασί, σχεδόν κάθε εσοδεία, ως μοναδική έκφραση της χρονιάς, του τόπου και, τελικά, των κρασιών, διεκδικεί τον χρόνο, τον χώρο και τη θέση της. Πραγματικά, αξίζει να της δοθούν, για να μπορέσει να εκφραστεί και να μας συγκινήσει με τον τρόπο της.


