2001 Late Harvest Trebbiano Nico Lazaridi: ένα κρασί μπροστά από την εποχή του
Υπάρχουν κρασιά που κουβαλούν το βάρος μιας ολόκληρης εποχής. Κρασιά που, πέρα από την απόλαυση που προσφέρουν, υπενθυμίζουν ότι η εξέλιξη του αμπελώνα δεν συμβαδίζει πάντα με την εποχή του, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις την ξεπερνά.
Το 2001 Late Harvest Trebbiano Nico Lazaridi είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις. Η ετικέτα με τον «αργοπορημένο τρυγητό» (late harvest) γνώρισε μεγάλη επιτυχία μόλις κυκλοφόρησε, το 1997, μαζί σχεδόν με την «κανονικού» τρύγου της ίδιας ποικιλίας. Η κυκλοφορία και των δύο διακόπηκε το 2009, και ο αμπελώνας ξεριζώθηκε. «Η πέραση που είχε στην αγορά ήταν τέτοια, που ήρθε ως ένα είδος “αντικαταστάτη” του περίφημου κρασιού Μαγικό Βουνό, με μυθικές διαστάσεις στην εποχή του», λέει η πρώτη Ελληνίδα οινοχόος Μαρία Κατσούλη, που το δούλευε τότε σε εστιατόρια.
Μία διαφορετική διάσταση του κρασιού αποκαλύφθηκε όταν δοκιμάστηκε σήμερα, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα. Σε μια εποχή που η έννοια της παλαίωσης των ελληνικών λευκών κρασιών αρχίζει, έστω δειλά, να αποκτά διαφορετικό νόημα και ενδιαφέρον.
Μια φιάλη του 2001, ανασυρμένη από το κελάρι περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά τον τρύγο, δεν αποτελεί απλώς μια παλαιά εμφιάλωση που επέζησε. Έρχεται ως υπενθύμιση ότι ορισμένα κρασιά αποκαλύπτουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα όταν τους δοθεί η ευκαιρία να εξελιχθούν.
Όταν η εξέλιξη αυτή αφορά ένα ελληνικό λευκό κρασί τόσων ετών, η σημασία της μεγεθύνεται. Παρά τις όποιες εξαιρέσεις, η κυρίαρχη για χρόνια αντίληψη ήθελε τα λευκά κρασιά της χώρας να καταναλώνονται αποκλειστικά νεαρά, στηριζόμενα στην αρωματική ένταση και τη φρεσκάδα, κάτι που εν πολλοίς ισχύει ακόμη.
Λευκό κρασί παλαίωσης ή… «καλή τύχη»;
Αντικρίζοντας σήμερα την εικόνα αυτού του κρασιού, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν φτιάχτηκε εξαρχής με σκοπό την παλαίωση. «Ναι», απαντά ξεκάθαρα η σημερινή επικεφαλής οινολόγος της οινοποιίας και Διευθύνουσα Σύμβουλος, Φεντερίκα Λαζαρίδη, κόρη του νυν οινοποιού της Nico Lazaridi, Φεδερίκου Λαζαρίδη. «Ανέκαθεν, η φιλοσοφία της οινοποιίας μας γνώριζα πως ήταν, και παραμένει, και τα λευκά κρασιά μας από τη Δράμα να αντέχουν στο χρόνο. Πρόσφατα δοκίμασα ένα Château, λευκό, του 1995, και επιτρέψτε μου την έκφραση: “έπαθα πλάκα”», λέει γλαφυρά.
Η τοσκανέζικη αυτή, ιδιαίτερα παραγωγική λευκή ποικιλία, που απαιτεί αυστηρό και κατάλληλο κλάδεμα για να ξεδιπλώσει την ποιότητά της, έμελλε να γίνει πηγή έμπνευσης για την εν λόγω οινοποιία, ώστε να φτιάξει κάτι μοναδικό για την εποχή. «Είναι μια ευέλικτη ποικιλία, που ανάλογα και με την οινοποίηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλοτρόπως. Το αποτέλεσμα που μπορεί να δώσει είναι εντυπωσιακό», συμπληρώνει η οινολόγος.
Εξ αρχής, ένα κρασί με ξεχωριστές φιλοδοξίες
Όταν το κρασί αυτό εμφανίστηκε, η ελληνική οινοποιία διαμόρφωνε ακόμη τη σύγχρονη ταυτότητά της. Οι διεθνείς ποικιλίες είχαν κερδίσει έδαφος, με τα σαρντονέ και τα σοβινιόν μπλαν να θεωρούνται σχεδόν μονόδρομος για τα λευκά κρασιά για όσους στόχευαν ψηλά. Τότε, η παλαίωση λευκών κρασιών συζητιόταν μόνο σε πηγαδάκια αιρετικών.
Σε τέτοιο περιβάλλον εμφανίστηκε το κρασί αυτό, από μια ποικιλία που ελάχιστοι θα επέλεγαν τότε για ένα λευκό με φιλοδοξίες: το τρεμπιάνο τοσκάνικο, γνωστό στη Γαλλία ως ούνι μπλαν (Ugni blanc). Αποτελεί, βέβαια, τη βασική ποικιλία στους αμπελώνες του Κονιάκ για την παραγωγή του ομώνυμου αποστάγματος (έχοντας αντικαταστήσει μαζικά την παραδοσιακή ποικιλία φολ μπλανς), αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
Η τολμηρή επιλογή Λαζαρίδη να καλλιεργήσει τρεμπιάνο στην Αγορά Δράμας δεν ακολουθούσε τις προσταγές της τότε αγοράς. Βασίστηκε, όμως, στις καταβολές από την Τοσκάνη και την πεποίθηση ότι τα δραμινά αμπελοτόπια θα μπορούσαν να αναδείξουν μια διαφορετική πλευρά της ποικιλίας. «Οι αποφάσεις για τα κρασιά παίρνονταν από τον παππού και τον πατέρα μου, ο οποίος, ως γνωστόν, ήταν και ο εμπνευστής του κρασιού Μαγικό Βουνό, σε συνεργασία, φυσικά, με την οινολογική ομάδα», λέει η Φεντερίκα Λαζαρίδη.
Πράγματι, το αποτέλεσμα δεν κρίθηκε μόνο στον αμπελώνα, αλλά και στο οινοποιείο, ως συνέχεια των χαμηλών αποδόσεων, της αυστηρής διαλογής της πρώτης ύλης και του όψιμου τρύγου, «ένα περίπου μήνα μετά το “απλό” Τρεμπιάνο, στις αρχές Οκτωβρίου ή και αργότερα για το late harvest, που ήταν πολύ περιορισμένης παραγωγής, μόλις 3.000 φιάλες», εξηγεί η κα Λαζαρίδου, μιλώντας για ένα κρασί που απείχε αισθητά από τα λευκά της εποχής του.
Τα σταφύλια παρέμεναν στο αμπέλι μέχρι τότε και ανάλογα με την εσοδεία ακόμη και προς το τέλος αυτού του μήνα, για μέγιστη συμπύκνωση και αρωματικό βάθος. Παρότι προέρχονταν από υπερώριμο καρπό, η οινοποίηση στόχευε σε ένα σχεδόν ξηρό λευκό κρασί, με ισορροπία ανάμεσα στον πλούτο και τη φρεσκάδα.
Η τουλάχιστον εξάμηνη ωρίμαση σε νέα γαλλικά και αμερικανικά δρύινα βαρέλια, σε συνδυασμό με μπατονάζ, προσέφερε ένα στυλ προχωρημένο για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής, που σαφώς παραπέμπει σε κρασί σχεδιασμένο για παλαίωση. Ωστόσο, παρά την επιτυχία του, εκείνη την εποχή, ελάχιστοι το αντιμετώπιζαν έτσι. Το Late Harvest Trebbiano Nico Lazaridi είχε ήδη κερδίσει τον σεβασμό της αγοράς ως ένα ξεχωριστό λευκό κρασί υψηλής ποιότητας.
Το δικαίωμα στην παλαίωση άργησε ¼ του αιώνα
Η δικαίωση του σχεδιασμού αυτού του κρασιού προέκυψε από τη σημερινή δοκιμή, αποκαλύπτοντας όσα η φιάλη του 2001 έκρυβε τόσα χρόνια. Τοποθετεί αυτό το κρασί μεταξύ των πρώτων, ίσως, πιο πειστικών —εκτός Σαντορίνης— αποδείξεων ότι, αφού η Ελλάδα ήδη από τότε παρήγαγε λευκά με τέτοια δυναμική, μπορεί σήμερα να δημιουργεί κρασιά σχεδιασμένα να εξελίσσονται για χρόνια, αποκτώντας χαρακτηριστικά που μόνο ο χρόνος προσδίδει.
Για την ιστορία, η παρουσία του εν λόγω κρασιού ολοκληρώθηκε περίπου το 2010-2011. Άφησε, όμως, πίσω του κάτι ακόμα πιο σημαντικό από μια επιτυχημένη ετικέτα: τη συνειδητή πεποίθηση ότι ορισμένα ελληνικά λευκά μπορούν να διεκδικήσουν την υπεραξία της παλαίωσης. Ότι είναι άδικο να καταναλώνονται μόνο φρέσκα. Μια πεποίθηση που μόνο αβάσιμη δεν αποδεικνύεται. «Εγώ προτιμώ τα λευκά κρασιά μας τουλάχιστον από ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία τους και έπειτα, πόσο μάλλον αυτά που σχεδιάζονται να αντέχουν και να βελτιώνονται αρκετά για χρόνια», επιβεβαιώνει η Φεντερίκα Λαζαρίδη και προσθέτει: «Για παράδειγμα, τέτοιο είναι σήμερα το Ασύρτικο σε αμφορέα, που εκφράζει φοβερή πολυπλοκότητα, η οποία επιβάλλει την παλαίωση».

2001 Late Harvest Trebbiano Nico Lazaridi: η γευσιγνωσία
Όψη αναπάντεχα λαμπερή και χρώμα παλαιού χρυσού με κεχριμπαρένια απόχρωση δίνουν από την αρχή τα διαπιστευτήρια ενός παλαιωμένου κρασιού πολύ καλής κατάστασης.
Μύτη απόλυτα καθαρή, με χαμηλή έως μέτρια ένταση, εκφράζει με πολυπλοκότητα την πατίνα του χρόνου. Αρώματα μελιού, κεριού και ξηρών καρπών σε πρώτο επίπεδο και νότες ρίγανης και κέδρου σε δεύτερο έχουν φόντο το υπερώριμο πεπόνι, το φασκόμηλο και το λευκό πιπέρι. Όμορφα είναι ενσωματωμένη και η παρουσία ξύλου, με βάθος, πυκνότητα και χωρίς στοιχεία κόπωσης.
Το επίσης καθαρό στόμα είναι εν πολλοίς συνεπές αρωματικά με τη μύτη. Περισσότερο εκφραστικό παρά συμπυκνωμένο, διατηρεί αρκετή ενέργεια, κυρίως λόγω της εντυπωσιακά παρούσας για την ηλικία του κρασιού οξύτητας. Αυτή είναι και η ραχοκοκαλιά της εξέλιξής του στον χρόνο. Με απόλυτα ξηρή (bone dry) αλλά καθόλου αποστεωμένη αίσθηση, διατηρεί ικανοποιητικά σαρκώδη υφή και ανάλογο όγκο σε πολύ καλή ισορροπία με την οξύτητα. Η ευχάριστη επίγευση, αν και όχι ιδιαίτερα μακρά, ολοκληρώνει θετικά την εικόνα.
Ο βαθμός είναι ένα μόνο από τα εύσημα
Για τη σημερινή του εικόνα, ο βαθμός 87/100 αποτυπώνει δίκαια ένα πολύ καλό λευκό κρασί 25 ετών, απόλυτα αντιπροσωπευτικό του στυλ του. «Έχω δοκιμάσει όλα τα late harvest μας από τρεμπιάνo, καθώς έχουν μείνει ελάχιστα στο κελάρι μας. Άλλωστε, το late harvest δεν έβγαινε κάθε χρονιά στην αγορά, Δεν ήταν όλα ίδια, καθώς η εσοδεία παίζει ρόλο. Αλλά είμαι σίγουρη πως του 2001 ήταν ένα από αυτά που είχαν εντυπωσιάσει και εμένα», λέει η κα Λαζαρίδη.
Η αξία, όμως, αυτού του κρασιού δεν εξαντλείται στη σημερινή οργανοληπτική του εικόνα. Αντικατοπτρίζει μια διαφορετική αντίληψη για τα ελληνικά λευκά, την οποία προμήνυσε πρωτοποριακά και για αυτό του αξίζουν πολλά εύσημα. Αποτελεί ζωντανή απόδειξη της δυναμικής που είχε ήδη από το 2001 για μακρά και καλή εξέλιξη στον χρόνο. Κάτι που, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η ίδια η εποχή του δεν μπορούσε καν να φανταστεί.


