Anny’s Animus Cabernet Sauvignon 1997, 29 χρόνια μετά
Το αμπελοοινικό πρόσωπο της Μεσσηνίας έχει αξιόλογο ιστορικό βάθος, με ρίζες τόσο στην αρχαιότητα όσο και στην εποχή που ονομάζουμε άτυπα «αναγέννηση του ελληνικού κρασιού», περίπου από το τελευταίο τέταρτο του προηγούμενου αιώνα έως σήμερα.
Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, μάλιστα, κάποια κρασιά από σταφύλια της Τριφυλίας συγκαταλέγονταν στα κορυφαία της τότε αγοράς. Ήταν αυτά που υπέγραφε ο παραγωγός Κωνσταντίνος Τσώλης, με κορυφαίο το Anny’s Animus. Αυτό το κρασί, εσοδείας 1997, ανασύραμε από το κελάρι μας και το δοκιμάσαμε 29 χρόνια μετά τον τρύγο, μένοντας άφωνοι.
Anny’s Animus Cabernet Sauvignon 1997
Εκπληκτικό εξαρχής είναι το χρώμα του κρασιού: πυκνό και βαθύ ρουμπινί, χωρίς καφετί ή κεραμιδί αποχρώσεις, ακόμα ξεκούραστο και επιφανειακά νεανικό. Στη μύτη, η τυπικότητα του καμπερνέ σοβινιόν παραμένει ολοφάνερη. Μέτριας έντασης, συμπυκνωμένα αρώματα φραγκοστάφυλου και μαύρων μούρων, χαρακτηριστικά αρώματα κέδρου, αλλά και νύξεις πιπεριάς που προσδίδουν φρεσκάδα, ως πρώτη μύτη είναι εντυπωσιακά. Παράλληλα, τριτογενή αρώματα παλαίωσης, όπως αποξηραμένης σταφίδας, και γήινα στοιχεία, όπως τρούφας και υγρού χώματος, δείχνουν την αργή και ευγενή εξέλιξη ενός ξεχωριστού κρασιού με ιδιαίτερη προσωπικότητα που μόνο κουρασμένο δεν είναι. Κάθε άλλο: παραμένει ζωντανό και γεμάτο ενέργεια.
Στο στόμα, όλα τα αρώματα της μύτης είναι παρόντα με εξίσου καλή συμπύκνωση. Συνυπολογίζοντας και τις καλά εξελιγμένες αλλά ευγενικά παρούσες τανίνες, σε τυφλή δοκιμή εύκολα θα το έλεγες Μπορντό της αριστερής όχθης και μάλιστα 15ετίας, όχι σχεδόν διπλάσιας ηλικίας.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κρασί που βρίσκεται στη σωστή στιγμή για να το απολαύσεις, αλλά έχει ακόμη μερικά χρόνια μπροστά του, στα οποία εκτιμάται ότι θα διατηρήσει αυτή την εικόνα. Η σημερινή εικόνα του αξίζει δικαίως το βαθμό 90/100.
Η Τσώλης Οινοποιητική
Κύριος υπεύθυνος για το κρασί αυτό είναι ο Κωνσταντίνος Τσώλης, ιδρυτής με τον Παναγιώτη Λίτσα το 1993 της Κ. Τσώλης Οινοποιητική στο Μουζάκι Μεσσηνίας. Στην πορεία, διαδοχικά ή και παράλληλα, από την οινοποιία πέρασαν τέσσερις διαφορετικοί οινολόγοι, αλλά η οινολόγος του δοκιμαζόμενου κρασιού, εσοδείας 1997, ήταν η κα Θεοδώρα Καββαθά. Μερικά χρόνια αργότερα (1999) στο επιχειρηματικό σχήμα προστέθηκε ο οινολόγος Φίλιππος Κούκης, γιος του Διονύση Κούκη. Ο Διονύσης Κούκης, τότε συνιδιοκτήτης του περιοδικού Αθηνόραμα, καθώς και της εταιρείας διανομής κρασιών Intervino ήταν, ουσιαστικά, ο οραματιστής πίσω από τα κρασιά της Κ. Τσώλης Οινοποιητική και αυτός που ανέπτυξε όλη τη φιλοσοφία που τα έκανε πρωταγωνιστές στην τότε αγορά. Η πρώτη ετικέτα, που γρήγορα έγινε best seller, ήταν το Κτήμα Φτελιάς, από καμπερνέ σοβινιόν και μικρές ποσότητες γκρενάς ρουζ και μερλό. Ωστόσο, ναυαρχίδα της οινοποιίας πολύ γρήγορα έγινε το Anny’s Animus, σε δύο μονοποικιλιακές εκδοχές, καμπερνέ σοβινιόν και μερλό, με πρώτη εσοδεία κυκλοφορίας το 1997.
Η ετικέτα του κρασιού είναι μία ζωγραφιά της Ελένης Μιχαλακοπούλου που απεικονίζει την Άννη Ηλιοπούλου, συνέταιρο του Διονύση Κούκη και κινητήρια δύναμη του πρωτοπόρου στη γεύση περιοδικού Αθηνόραμα. Με άλλα λόγια το κρασί ήταν ένα «hommage» της οικογένειας Κούκη προς την κα Ηλιοπούλου, και δεδομένης της συνδυαστικής δύναμης, τότε, του περιοδικού με το δίκτυο διανομής, βούιξε η αγορά. Το κρασί, με το που κυκλοφόρησε, έγινε cult wine και το Anny’s Animus ήταν για πολλά χρόνια μία από τις πιο ακριβές και περιζήτητες ετικέτες της χώρας. Όλοι οι δημοσιογράφοι του κρασιού έσπευσαν να το δοκιμάσουν και να το περιγράψουν με τα καλύτερα λόγια.
Στην πρώτη έκδοση του οδηγού «Alpha Wine Guide», το 2002, (που εξέδωσε το Αθηνόραμα και υπέγραφαν ο Πάνος Δεληγιάννης, ο Διονύσης Κούκης και ο Αργύρης Τσακίρης), το Anny’s Animus Cabernet Sauvignon 1997, πήρε την υψηλότερη βαθμολογία, 87/100, μαζί με τέσσερα άλλα κόκκινα κρασιά (Γεροντόκλιμα Ρεματιάς, Κάβα Αμέθυστος, Κτήμα Φτελιά, Μαγικό Βουνό). Το κρασί περιγράφεται ως «Πολύ πυκνό κόκκινο, με λίγες κεραμιδιές ανταύγειες. Πυκνό άρωμα συμπυκνωμένων κόκκινων φρούτων, με άφθονη βανίλια και νότες καφέ. Πολύ πλούσιο στόμα, με έξοχη δομή και μακρά επίγευση». Επίσης, στο δίγλωσσο βιβλίο του οδηγό-κρασιού, «A Wine Glass Full of Greece» (2009), ο Σίμος Γεωργόπουλος περιγράφει το Anny’s Animus Cabernet Sauvignon, αλλά και το Κτήμα Φτελιάς, ως «δύο από τα κορυφαία cabernet της χώρας».
Η συμβολή της Κ. Τσώλης Οινοποιητική στην ανάδειξη της Τριφυλίας ως οινικής ζώνης είναι αδιαμφισβήτητη, όπως άλλωστε και η στενή της ταύτιση με τις ποικιλίες μερλό και καμπερνέ σοβινιόν ήδη από τη δεκαετία του 1980. Αυτό, όμως, που παραμένει σχετικά άγνωστο είναι ότι η ιστορική φύτευση του καμπερνέ σοβινιόν στην περιοχή, το 1980, μαζί με άλλες διεθνείς ποικιλίες, οφείλεται σε μια ιδέα του Παναγιώτη Κατσούλα (1927-2018). Ο επί εικοσαετίας (1974-1994) εμβληματικός πρόεδρος του Οινοποιητικού Συνεταιρισμού Μεσσηνίας «Ο Νέστωρ» πρωτοστάτησε και στην ίδρυσή του και οραματίστηκε την αναδιάρθρωση του αμπελώνα της περιοχής.
Επιστρέφοντας στην Κ. Τσώλης Οινοποιητική, αξίζει να σημειωθεί ότι στο διαδίκτυο η εταιρεία εντοπίζεται υπό τις ονομασίες «Nero Winery - Tsolis Winery» ή «Nero K.F.». Με βάση, όμως, τα διαθέσιμα στοιχεία, η παραγωγή εμφιαλωμένων κρασιών φαίνεται να σταματά μετά την εσοδεία του 2014. Κατά συνέπεια, οι ελάχιστες εναπομείνασες φιάλες της είναι πλέον δυσεύρετες, αποκτώντας δικαιωματικά συλλεκτική αξία, πόσο μάλλον εάν διατηρούνται στην εξαιρετική κατάσταση αυτής που δοκιμάστηκε.
Στις μέρες μας, πάντως, οι επενδυτικοί προβολείς στρέφονται ξανά στο Μουζάκι, μια περιοχή άρρηκτα συνδεδεμένη στο παρελθόν με την Κ. Τσώλης Οινοποιητική. Στο σημείο αυτό υλοποιείται η στρατηγική σύμπραξη της Navarino Vineyards (όμιλος TEMES) με την Premia Properties και τα «Ελληνικά Οινοποιεία». Η TEMES (Τουριστικές Επιχειρήσεις Μεσσηνίας) ιδρύθηκε το 1997 από τον καπετάν Βασίλη Κωνσταντακόπουλο, διοικείται σήμερα από την οικογένειά του και εμβληματικό έργο της, μεταξύ άλλων, είναι το Costa Navarino. Έχει, πλέον, ενταχθεί στη νέα μητρική εταιρεία συμμετοχών ĒNSOFI. Το υπό κατασκευή, υπερσύγχρονο οινοποιείο της σύμπραξης θα φέρει το όνομα Kotyle. Η συνολική έκταση των αμπελώνων, οι οποίοι εκτείνονται σε υψόμετρο 400-600 μέτρων, αγγίζει τα 600 στρέμματα. Εκεί, πολύτιμα παλαιά κλήματα ηλικίας άνω των 50 ετών ―στα οποία περιλαμβάνονται και πρώην αμπελώνες της Κ. Τσώλης Οινοποιητικής με καμπερνέ σοβινιόν― συνυπάρχουν με πρότυπες νέες φυτεύσεις ελληνικών και διεθνών ποικιλιών, διαμορφώνοντας ένα πραγματικά υποσχόμενο σημείο αναφοράς για τον μεσσηνιακό αμπελώνα.

Η Τριφυλία
Στο νοτιοδυτικό κομμάτι της Πελοποννήσου, στην εύφορη και γεμάτη νερά Τριφυλία, οι αμπελώνες απολαμβάνουν ένα ήπιο γεωλογικό ανάγλυφο σε υψίπεδα, με ασβεστολιθικά, κυρίως, εδάφη, και την ευνοϊκή επίδραση των ανέμων του Ιονίου πελάγους, αλλά και της οροσειράς του Ταΰγετου, που αποτελεί το φυσικό σύνορο με τη Λακωνία στα ανατολικά. Ο περίφημος βορειοδυτικός άνεμος Μαΐστρος δεν επιτρέπει την ανάπτυξη ψηλών θερμοκρασιών, βοηθώντας έτσι στην αργή ωρίμαση των σταφυλιών. Γι’ αυτό η Τριφυλία, με την αμφιθεατρική θέα της, συχνά αναφέρεται ως «μπαλκόνι» στο Ιόνιο.
Λίγη ιστορία
Εάν σε κάποιους φαίνεται παράδοξο ένα κρασί του 1997 από την Τριφυλία να έχει τέτοια εικόνα σχεδόν 30 χρόνια μετά την εσοδεία του, λίγη ιστορία ίσως εξηγεί το γιατί, χωρίς βέβαια να παραβλέπουμε τον σημαντικό ρόλο του ανθρώπινου παράγοντα, δηλαδή των δημιουργών του.
Το κρασί στη Μεσσηνία έχει μυκηναϊκές ρίζες, όπως μαρτυρούν ευρήματα στο Ανάκτορο του Νέστορα στον Άνω Εγκλιανό. Ήδη από τον 13ο αιώνα π.Χ., το αμπέλι και ο οίνος αποτελούν μέρος της οικονομίας και του πολιτισμού, ενώ ο Παυσανίας, στα Μεσσηνιακά, αναφέρεται στο όρος Εύα, τον σημερινό Άγιο Βασίλειο, και στη διονυσιακή παράδοση της περιοχής.
Μετά την κλασική και ελληνιστική περίοδο, υπάρχουν ενδείξεις συνέχειας της αμπελοκαλλιέργειας και στον Μεσαίωνα, καθώς η Μεσσηνία δεν ήταν αποκλειστικά οινική περιοχή: το αμπέλι συνυπήρχε με την ελιά, τα σύκα, τα σιτηρά και άλλες καλλιέργειες. Το ίδιο ίσχυσε και στην Τουρκοκρατία. Με την Επανάσταση, ωστόσο, οι αμπελώνες καταστράφηκαν και η περιοχή στράφηκε στη σταφίδα, η οποία εισήχθη γύρω στο 1828 και, μεταξύ 1860 και 1887 πενταπλασίασε την έκτασή της. Ο μεσσηνιακός αμπελώνας, επομένως, γιγαντώθηκε όχι επειδή όλοι έγιναν οινοποιοί, αλλά λόγω της τεράστιας διεθνούς ζήτησης για σταφίδα, η οποία έγινε τόσο σημαντική ώστε η Καλαμάτα την είχε καταστήσει πρώτο εξαγώγιμο προϊόν της μέχρι τη σταφιδική κρίση του 1890.
Η ίδια αμπελουργική υποδομή, ωστόσο, παρήγαγε και σταφύλια για κρασί: η Καλαμάτα διέθετε ποτοποιεία και οινοποιεία, ενώ σταφίδα μπορούσε να οδηγηθεί και στην οινοποίηση. Στα τέλη του 19ου αιώνα, μάλιστα, η ευρωπαϊκή φυλλοξήρα ενίσχυσε τη ζήτηση για ελληνικά προϊόντα αμπέλου, με τη Μεσσηνία να επωφελείται ιδιαίτερα. Ο τεράστιος αμπελώνας, όμως, δεν απέκτησε αντίστοιχης εμβέλειας οινική φήμη με περιοχές όπως η Νεμέα, η Νάουσα και η Σαντορίνη.
Η σταφιδική κρίση, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τον Μεσοπόλεμο, προκάλεσε έντονες κοινωνικές αναταράξεις, που κορυφώθηκαν το 1935 με τη σταφιδική εξέγερση της Μεσσηνίας, η οποία καταστάλθηκε. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Μεσσηνία ήταν πολύ περισσότερο αμπελουργική από σήμερα: από τον Μεσοπόλεμο και, κυρίως, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο αμπελώνας συρρικνώθηκε σταδιακά προς όφελος της ελιάς, οπότε και του ελαιολάδου, των εσπεριδοειδών, των κηπευτικών και άλλων καλλιεργειών.
Παρά τις κατά καιρούς κάμψεις, η μεσσηνιακή οινοπαραγωγή δεν έσβησε ποτέ, καθώς μικρότεροι τοπικοί παραγωγοί διατήρησαν ζωντανή την αμπελουργική παράδοση. Σήμερα, μια νέα γενιά παίρνει τη σκυτάλη με στόχο να μετατρέψει αυτή την πλούσια κληρονομιά σε μια σύγχρονη οινική ταυτότητα. Καταλυτικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια παίζει η πρωτοβουλία του Ιδρύματος Καπετάν Βασίλη & Κάρμεν Κωνσταντακόπουλου με το πρόγραμμα «Messinia Terroirs», ένα στρατηγικό πλάνο για την αναβίωση και την ανάδειξη του αμπελώνα και του οίνου στη Μεσσηνία. Ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια και πλέον στο πρόγραμμα και στις δράσεις του συμμετέχουν 18 παραγωγοί-οινοποιεία από όλη τη Μεσσηνία.
Πριν φτάσουμε, όμως, στο σήμερα, στο πρόσφατο «χθες» ξεχώρισε ο Κωνσταντίνος Τσώλης και οι συνεργάτες του, με τα κρασιά τους. Η δοκιμή απέδειξε πόσο μπροστά από την εποχή τους ήταν, ώστε μπορούμε να ευχηθούμε τα αυριανά μεσσηνιακά κρασιά να τους μοιάσουν.


