Τι ακριβώς είναι ή δεν είναι ηθικό στην προώθηση ενός κρασιού;
του Κωνσταντίνου Λαζαράκη MW
Στις 17 Ιανουαρίου 2025 η σχολή οίνων, αποσταγμάτων και άλλων ποτών WSPC διεξήγαγε την τελετή αποφοίτησης των σπουδαστών του στην κεντρική αίθουσα της Στέγης Ωνάση στην Αθήνα. Όπως είναι εύκολο να καταλάβει κάποιος (ακόμη πιο εύκολο αν ήταν εκεί εκείνη τη βραδιά), προκειμένου να γίνει αυτή η εκδήλωση πραγματικότητα ξοδεύτηκαν άπειρες ώρες με την ομάδα της Στέγης, μία ομάδα πραγματικά καταπληκτική.
Ως Πρόεδρος της σχολής, από τη συνεργασία αυτή έχω κρατήσει πολλές στιγμές και νομίζω πως θα τις κρατήσω για το υπόλοιπο της ζωής μου. Εδώ, όμως, θέλω να αναφερθώ στην πρώτη συνάντηση που είχαμε μαζί τους στα δικά μας γραφεία και εκθέταμε τι ακριβώς είχαμε στο μυαλό μας και τι θα περιμέναμε από την ομάδα της Στέγης για την εκδήλωση αυτή.
Καθώς η συνάντηση τελείωνε έδωσα σήμα σε ένα από τα παιδιά τη σχολής να πάει στο κελάρι, να επιλέξει τρεις φιάλες κρασί, ώστε να δώσουμε από μία φιάλη σε κάθε στέλεχος της Στέγης. Με εξαιρετική ευγένεια, κομψότητα και μαεστρία που έδειχνε πως το έχουν κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, μας απάντησαν με μία φωνή: «Ζητούμε συγνώμη, αλλά δεν μπορούμε να πάρουμε κανένα δώρο, λόγω της πολιτικής μας».
Εντυπωσιάστηκα! Ίσως επηρεασμένος επειδή γνώριζα και τις τιμές των επιλεγμένων κρασιών, που δεν ήταν αξίας εκατοντάδων ευρώ (αν θυμάμαι ήταν τρεις Νεμέες, με τιμή σίγουρα κάτω από 20€), αλλά μιας και εκείνοι δεν την ήξεραν, ουσιαστικά εντυπωσιάστηκα από τη στάση τους.
Αυτό μου θύμισε την πολιτική των New York Times. Εκεί οι δημοσιογράφοι δεν επιτρέπεται να δεχθούν ταξίδι, γεύμα ή δώρο, παρά μόνο αν αυτό έχει ονομαστική αξία κάτω των 20$, αλλά και τότε πρέπει να το δηλώσουν στην εφημερίδα.
Αυτό, ακριβώς, ισχύει ακόμα και για τον αρθρογράφο των New York Times για το κρασί, τον τεράστιο Eric Asimov. Ούτε δείπνα, ούτε δώρα, ακόμα και όταν επισκέπτεται μία περιοχή που παράγει κρασί ή επισκέπτεται οινοποιείο και του λένε να πάνε στη συνέχεια για κάνα μεζεδάκι, ευγενικά λέει: «παιδιά δεν θα πάρω!».
Εδώ πιθανότατα έχουμε δύο ακραίες θέσεις. Μπορούμε, όμως, να δεχτούμε πως όταν ένας παραγωγός, ένας έμπορος ή ένας εισαγωγέας προσφέρει σε έναν εν δυνάμει πελάτη η δημοσιογράφο κάτι, υπάρχει μια γραμμή που από κει και πέρα η προσφορά είναι ανήθικη.
Έτσι λοιπόν πάμε να δούμε κάποια σενάρια. Σε κάθε σενάριο θα πρέπει να απαντήσετε «ηθικό» / «ανήθικο» / «δεν είμαι σίγουρος». Όπου απαντάτε «ανήθικο» δεν παίρνετε πόντους, όπου «ηθικό» παίρνετε έναν πόντο και όπου «δεν είμαι σίγουρος» τρεις πόντους.
Για λόγους απλούστευσης, όταν λέμε «πωλητής» αναφερόμαστε σε κάθε οινοποιείο, έμπορο ή εισαγωγέα και όταν λέμε «αγοραστής» σε οποιον έχει δυνατότητα επιρροής στο τι πουλάει ή/και τι αγοράζει μια εταιρεία. Άρα, «αγοραστής» μπορεί να είναι έτερος έμπορος, ιδιοκτήτης κάβας, ιδιοκτήτης εστιατορίου, οινοχόος, σερβιτόρος, στέλεχος ξενοδοχειακής μονάδας, στέλεχος αλυσίδας σουπερμάρκετ, ενώ εδώ εντάσσονται και οι δημοσιογράφοι. Στο τέλος θα βρείτε τα αποτελέσματα!
- Ο πωλητής στέλνει στον αγοραστή δείγματα από τα κρασιά του.
- Ο πωλητής στέλνει στον αγοραστή δείγματα από τα κρασιά του αλλά συμπεριλαμβάνει και το πιο ακριβό κρασί του, το οποίο μπορεί να φτάνει και σε τριψήφια τιμή.
- Ο πωλητής κάνει στον αγοραστή προσωπικό δώρο αξίας 30€.
- Ο πωλητής κάνει στον αγοραστή προσωπικό δώρο αξίας 300€.
- Ο πωλητής κάνει στον αγοραστή προσωπικό δώρο αξίας 3.000€.
- Ο πωλητής καλεί τον αγοραστή σε δείπνο, όπου εκεί ανοίγει κρασιά που θέλει να προωθήσει.
- Ο πωλητής καλεί τον αγοραστή σε δείπνο όπου ανοίγει πολύ ακριβά κρασιά, που δεν τίθεται θέμα αν θα είναι καλά, αλλά ως στόχος τίθεται ο εντυπωσιασμός. Πολλές φορές, τα κρασιά αυτά μπορεί να είναι τελείως άσχετα με αυτά που ενδιαφέρουν τον πωλητή, αλλά πάντα παγκοσμίου βεληνεκούς.
- Ο πωλητής καλεί τον αγοραστή σε ταξίδι με όλα τα έξοδα πληρωμένα και ο σκοπός του ταξιδιού σχετίζεται με επίσκεψη, για παράδειγμα, σε συγκεκριμένο οινοποιείο.
- Ο πωλητής καλεί τον αγοραστή σε ταξίδι με όλα τα έξοδα πληρωμένα και ο σκοπός του ταξιδιού δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το προϊόν. Είναι, για παράδειγμα, ένα ταξίδι αναψυχής σε τουριστικό προορισμό ή συμμετοχή στον τελικό κάποιου πανευρωπαϊκού κυπέλλου.
- Ο πωλητής δίνει χρήματα σε εταιρεία που αγοράζει τα κρασιά του για να υπάρχει καλύτερη αντιμετώπιση και υψηλότερες πωλήσεις από την εταιρεία.
- Ο πωλητής δίνει εξοπλισμό, π.χ. συντηρητή κρασιών ή ποτήρια σε εταιρεία που αγοράζει τα κρασιά του, για να υπάρχει καλύτερη αντιμετώπιση και υψηλότερες πωλήσεις από την εταιρεία.
- Ο πωλητής δίνει χρήματα ή εξοπλισμό σε εργαζόμενο της εταιρείας για τον προαναφερόμενο σκοπό, αλλά χωρίς να γνωρίζει η εταιρεία πως γίνεται αυτή η συνδιαλλαγή.
- Ο αγοραστής φέρνει σε επαφή τον πωλητή με άλλους αγοραστές, ζητώντας αμοιβή ή κρασιά για αυτό, χωρίς να είναι σαφές σε όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές ότι γίνεται κάτι τέτοιο.
- Ο αγοραστής ζητάει μαύρο χρήμα από τον πωλητή, για να γίνει η δουλειά… έτσι «όπως πρέπει».
- Ο αγοραστής παραγγέλνει κρασιά από τον πωλητή για δική του, προσωπική, χρήση, ας πούμε για τα βαφτίσια του παιδιού του και αν δεν τα λάβει δωρεάν ή με τεράστια έκπτωση, τον πωλητή «τον τρώει η μαρμάγκα».
Παρατέθηκαν 15 σενάρια. Αν απαντήσατε πως όλα είναι ηθικά, τότε ―ας το πω κομψά― η ηθική σας έχει εξαιρετική πλαστικότητα. Αν απαντήσατε πως όλα είναι ανήθικα τότε ίσως ξεχειλίζετε από αυστηρότητα. Για μένα, όμως, μεγάλο πρόβλημα υφίσταται εάν μαζέψατε πολλούς πόντους μέσα από το «δεν είμαι βέβαιος», που σημαίνει «δεν παίρνω θέση».
Πριν από πάρα πολλά χρόνια ένας δημοσιογράφος μού είχε μιλήσει για ένα άρθρο των New York Times. Αναφερόταν σε κάτι ανώμαλους που κυκλοφορούσαν στο μετρό της Νέας Υόρκης και «χουφτώνανε» νεαρά κορίτσια. Τα κορίτσια παρέλυαν, ζευγάρια μάτια γύρω-γύρω έβλεπαν αλλά έκαναν ότι δεν βλέπουν. «Πού να μπλέκεις τώρα», θα σκέφτονταν και ο θύτης θέριευε, βλέποντας κάθε λόγο να το ξανακάνει, πιο συχνά, πιο έκδηλα. Στη συνέχεια, ο ίδιος δημοσιογράφος, στην Ελλάδα, πλέον, είδε αντίστοιχη παρενόχληση σε λεωφορείο στην Αθήνα, αλλά με μία σημαντική διαφορά: το κορίτσι αντιμίλησε, ο διπλανός τράβηξε σφαλιάρα στον ανώμαλο και όλο το λεωφορείο άρχισε να βρίζει, μέχρι και να φτύνει. Μάλλον ο τύπος ακόμα τρέχει. Μήπως, λοιπόν, αξίζει σιγά-σιγά να αρχίσουμε να λέμε «παιδιά, κάπου… ώπα», αλλά να το λέμε ΚΑΙ δημοσίως;

