Ασπρολίθι: 35 χρόνια πριν
Επέστρεψα στην Ελλάδα στα τέλη του ‘89, ύστερα από 10 χρόνια διαβίωσης στη Γαλλία· αντίκρισα μια γαστρονομική έρημο. Στην εστίαση, πέρα από τις ταβέρνες, δεν υπήρχε ουσιαστικά τίποτα. Οι αρχιμάγειροι-σεφ, με τη σημερινή έννοια, ήταν ελάχιστοι, περιορισμένοι στις οργανωμένες κουζίνες των μεγάλων ξενοδοχείων (ειδική μνεία: Νίκος Σαράντος του Intercontinental, ο οποίος ήταν και ο ΠΡΩΤΟΣ που χρησιμοποίησε τον όρο «Νέα Ελληνική Κουζίνα», προσπαθώντας να το κάνει πράξη). Η περιορισμένη προσφορά προϊόντων στα σούπερ μάρκετ και στα παντοπωλεία θα έκανε το σημερινό καταναλωτή να φρίξει, καθώς πολλά από τα αγαθά που σήμερα βρίσκουμε εν αφθονία ακόμη και στα πιο απόμακρα σημεία της χώρας, πολύ απλά, δεν υπήρχαν. Ανάμεσά τους και η φρέσκια κρέμα γάλακτος, την οποία, γαλλοτραφής ων, έψαχνα μανιωδώς και τελικά ανακάλυψα στο ζαχαροπλαστείο Βάρσος στην Κηφισιά (ακόμα και σήμερα, μπορεί κανείς να αγοράσει εκεί εξαιρετικής ποιότητας crème fraîche ή και έτοιμη σαντιγί με το ζύγι).
Στον χώρο του κρασιού, τα πράγματα ήταν λίγο καλύτερα, αλλά όχι και πολύ. Στην αγορά επικρατούσαν παλιάς αντίληψης και μέτριας ποιότητας κρασιά από μεγάλους συνεταιρισμούς της εποχής και «negociants» της χώρας, με κάποιες γνωστές μάρκες που κυριαρχούσαν στην αγορά. Το κίνημα των «μικρών παραγωγών» ήταν ακόμα στα σπάργανα. Θυμάμαι έναν μεγαλογιατρό από την Κηφισιά να μου δείχνει με υπερηφάνεια και σχεδόν στα κρυφά μία από τις πρώτες φιάλες «Κτήμα Χατζημιχάλη Καμπερνέ», εσοδείας 1981, με πρωτόλεια ετικέτα, ακόμα εκτός αγοράς, «προσφορά για φίλους» («παρασκευάστηκε στο αμπέλι της Φάρμας Αταλάντης με την προσωπική φροντίδα και αγάπη του Δημήτρη Χατζημιχάλη»).
Ουσιαστικό πρόβλημα ποιότητας είχαν τα ελληνικά λευκά κρασιά. Δεν είναι μόνο ότι πολλά από αυτά ήταν συστηματικά οξειδωμένα (μεγάλη ήταν και η ευθύνη του εμπορικού κυκλώματος της εποχής εκείνης όσον αφορά τις συνθήκες αποθήκευσης των κρασιών ―αδιανόητες για τα σημερινά δεδομένα), αλλά και ότι ήταν ανούσια και χορτώδη στη γεύση, στερούμενα κάθε γευστικού ενδιαφέροντος. Όμως, για τον «μέσο καταναλωτή» ήταν το πρότυπο.
Όταν, λοιπόν, το 1991 εμφανίστηκαν «μία ωραία πρωία» σχεδόν ταυτόχρονα στην αγορά το Ασπρολίθι του Άγγελου Ρούβαλη και το Κτήμα Γεροβασιλείου του Βαγγέλη Γεροβασιλείου, ήταν κάτι σαν σεισμός για όσους, λίγους, παρακολουθούσαμε τότε τα τεκταινόμενα του ελληνικού κρασιού. Τα δύο αυτά κρασιά ήταν τόσο συγκλονιστικά διαφορετικά από ό,τι υπήρχε μέχρι τότε, που ήταν σαν να είχαν έρθει από άλλο πλανήτη.
Δεν λέω πως δεν υπήρχε κανένα άλλο αξιόλογο λευκό κρασί στη χώρα, αλλά όπως αυτά τα δύο δεν υπήρχε κάτι. Συνδύαζαν φρούτο, αρώματα, γευστική ευκρίνεια και οξύτητα με έναν τρόπο τόσο επιτυχημένο, που μπορούσε να αντιληφθεί ακόμα και ο πιο αδαής ουρανίσκος. Ακριβώς γι’ αυτό αντιμετωπίστηκαν και με δυσπιστία από πολλούς καταναλωτές, που δεν ήταν εξοικειωμένοι σε τέτοιες γεύσεις· το πιο σύνηθες παράπονό τους ήταν: «είναι πολύ αρωματικό»!
Τόσο το Ασπρολίθι όσο και το Κτήμα Γεροβασιλείου είναι, ευτυχώς, ακόμα μαζί μας με δυναμική παρουσία στην αγορά, στυλοβάτες του ελληνικού κρασιού υψηλής ποιότητας, σίγουρες πλέον αξίες για κάθε καταναλωτή, όσο «δύσκολος» κι αν είναι, και σημεία ποιοτικής αναφοράς για όλον τον κλάδο.
Καλό είναι να θυμόμαστε όλοι ποιοι έβαλαν τα πρώτα λιθαράκια στην ποιοτική επανάσταση του ελληνικού κρασιού. Ειδικά κάποιοι νεοεισερχόμενοι στο χώρο οινοποιοί που νομίζουν πως θα χτίσουν όνομα γκρεμίζοντας φαντασιακά status quo.


