Mέτρια κρασιά: στον Καιάδα! (ή όχι;)
Σε ένα πρόσφατο άρθρο της η κριτικός οίνων της Wall Street Journal, Lettie Teague, αναφέρεται στα «μέτριας» ποιότητας κρασιά (mediocre wines) και στο πού τα συναντά κανείς. Η ίδια τα συνάντησε σε δύο εστιατόρια στα οποία πήγε φέτος το καλοκαίρι, και της χάλασαν τη μέρα. Μάλιστα, αναφέρεται συγκεκριμένα στους ενόχους, ένα Le Rime Toscana Pinot Grigio της οινοποιίας Banfi (10 $ το ποτήρι) που ήπιε στο ένα εστιατόριο και ένα Aichenberg Grüner Veltliner Niederösterreich (8 $) που συνάντησε στο άλλο εστιατόριο.
Το επιχείρημα που αναπτύσσει η κα Τιγκ στο άρθρο της είναι ότι και οι δύο εστιάτορες θα μπορούσαν πολύ εύκολα, και μάλιστα στην ίδια τιμή, να είχαν βρει πιο ενδιαφέροντα κρασιά για να προτείνουν στους πελάτες τους.
Η ιδέα του μέτριου κρασιού ή, για να είμαι ακόμα πιο αυστηρός, του κρασιού που χαρακτηρίζεται από μετριότητα, έχει ενδιαφέρον. Ας ξεκαθαρίσουμε καταρχάς πως αναφερόμαστε σε κρασιά τα οποία είναι οινολογικά άψογα (δεν έχουν οινολογικά ελαττώματα), αλλά είναι γευστικά αδιάφορα (στους ουρανίσκους των επαϊόντων).
Το ερώτημα είναι το εξής: έχουν δικαίωμα ύπαρξης τα κρασιά αυτά;
Για τους περισσότερους κριτικούς οίνου από χώρες που δεν παράγουν κρασί, η απάντηση θα ήταν «όχι». Βλέπουν το κρασί και την κατανάλωσή του κυρίως μέσα από το πρίσμα της «σχέσης ποιότητας-τιμής». Στην ιδανική περίπτωση, αν μπορούσες να αγοράσεις ένα Château Margaux για 15 δολάρια, αυτό θα ήταν τέλειο. Μακάρι δε, όλα τα κρασιά να ήταν «Château Margaux»!
Αν όμως εξετάσουμε τον λόγο ύπαρξης των μέτριων κρασιών από τη σκοπιά μιας οινοπαραγωγικής χώρας, το πράγμα αλλάζει. Τα κρασιά αυτά υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν, όχι μόνο επειδή αποτελούν τη βάση της ποιοτικής πυραμίδας (το εκλεκτό κρασί δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το μέτριο κρασί δίπλα του), αλλά και, ίσως το πιο σημαντικό, επειδή η ύπαρξή τους εξασφαλίζει τα προς το ζην χιλιάδων οικογενειών σε περιοχές που συχνά δεν μπορούν να καλλιεργήσουν τίποτα άλλο —για να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι οι αμπελουργοί διατηρούν ζωντανό το αμπελουργικό τοπίο (που τόσο πολύ αρέσει στους κατοίκους των πόλεων).
Γι’ αυτό και είναι κάπως ενοχλητικό όταν σοβαροί οινογράφοι, όπως η Λέτι Τιγκ, απορρίπτουν τόσο εύκολα αυτά τα «καθημερινά» κρασιά, τα οποία σίγουρα έχουν έναν ρόλο να διαδραματίσουν στο συνολικό πλαίσιο του κόσμου του κρασιού.
Ας πάρουμε το παράδειγμα του Gros-Plant du Pays Nantais, ενός σχετικά άγνωστου λευκού (και μέτριου!) κρασιού, που παράγεται από την ποικιλία folle blanche (φολ μπλανς) στις εκβολές του Λίγηρα, στην περιοχή της Νάντης στον Ατλαντικό.
Ο αμπελώνας χρονολογείται από το 276 μ.Χ. και, μάλιστα, κάποια στιγμή τον 19ο αιώνα έφτασε να καλύπτει 500.000 στρέμματα (κυρίως για την παραγωγή αποσταγμάτων). Τα ελαφριά λευκά κρασιά «Gros-Plant du Pays Nantais» ήταν ανέκαθεν η φθηνή εναλλακτική απέναντι στα πιο αριστοκρατικά Muscadet. Ταίριαζαν στην εντέλεια με τα στρείδια και τα υπόλοιπα θαλασσινά που παράγονται εν αφθονία στην περιοχή αυτή, ήταν πάμφθηνα, και όπως λένε οι Γάλλοι «Que demande le peuple?», δηλαδή «τι άλλο να ζητήσει ο λαός;».
Σήμερα, για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων, όμως, και η απαξίωση με την οποία πολλοί επαγγελματίες του οινικού χώρου αντιμετωπίζουν τις «μικρές» ονομασίες προέλευσης, όπως η «Γροπλάν ντι πεΐ Ναντέ», η παραγωγή του εν λόγω αμπελώνα έχει μειωθεί από τα 80.000 εκατόλιτρα το 2008 σε μόλις 20.000 εκατόλιτρα το 2023, η δε έκτασή του από 1.372 εκτάρια έχει πέσει στα 328 εκτάρια. Με άλλα λόγια, ο ιστορικός αυτός αμπελώνας είναι υπό εξαφάνιση. Κάποιοι θα πουν «So what?». Για κάποιους άλλους (μάλλον αποτελούν τη μειοψηφία), ο κόσμος του κρασιού θα είναι φτωχότερος.
Το ζητούμενο δεν είναι να δοξάσουμε τη μετριότητα. Είναι να αποδεχθούμε την πολυπλοκότητα του κρασιού σε όλες της τις εκφάνσεις. Μερικά κρασιά, ναι, είναι «μέτρια», όχι από επιλογή του οινοποιού, αλλά γιατί μέχρις εκεί μπορούν να φτάσουν. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να υπάρχουν.
Επίσης, όσον αφορά την εστίαση: γιατί δεν μπορούμε, επιτέλους, να δεχτούμε ότι ακόμα και ένα «καλό» εστιατόριο δεν υποχρεούται να εστιάζει στο κρασί, και ότι μια χαρά μπορεί να τα βγάλει πέρα με τις συμβατικές οινικές προτάσεις του προμηθευτή του; Μήπως όλα τα εστιατόρια σερβίρουν τον καλύτερο ιταλικό καφέ, μπριζόλες wagyu ή φρέσκο ψάρι ημέρας; Δεν είναι όλα τα εστιατόρια, και ούτε μπορούν να είναι, «wine restaurants», ανεξαρτήτως του επιπέδου τους, και αυτή η ενοχοποίηση που γίνεται, μέσα και έξω από την Ελλάδα, είναι κάπου άδικη.
Τέλος, υπάρχουν πολλά επιτυχημένα εστιατόρια για πολλούς διαφορετικούς λόγους, με το κρασί να μην είναι απαραίτητα ένας από αυτούς. Μάλιστα, «επιτυχημένο εστιατόριο» σημαίνει «δημοφιλές εστιατόριο»· έχουμε εμείς, οι λάτρεις του κρασιού, το δικαίωμα να κοιτάμε αφ’ υψηλού και με περιφρόνηση άλλους ανθρώπους που διασκεδάζουν, ακόμα και αν πίνουν μέτρια κρασιά;


