Λεκτικά απόνερα της γευσιγνωσίας κρασιού
Ήταν καλοκαίρι προχωρημένων ’70s και εγώ, παιδί δημοτικού, με πατέρα μάστορα-επιπλοποιό από τους παλιούς, που έπιαναν τον κορμό και τον έκαναν έπιπλο. Με έπαιρνε στο επιπλοποιείο τάχα να βοηθήσω. Να με απομακρύνει από τη θερινή ραστώνη ήθελε. Το μαγαζί κλειστό λόγω αδειών, κι εκείνος να φτιάχνει μια κρεβατοκάμαρα για μια φίλη.
Κάποια στιγμή μου λέει: «Πιάσε τον κατσαμπρόκο».
Έσκασα στα γέλια. Ανάθεμα κι αν ήξερα τι ήταν, αλλά η λέξη μού θύμισε γκαφατζή ήρωα καρτούν και ακούστηκε αστεία. Υποψιάστηκα, όμως, μήπως με κορόιδευε. Πώς να ξέρω ότι κατσαμπρόκος είναι ένα μικρό, κοντόχοντρο και στιβαρό σουβλί, εργαλείο τσαγκάρη για ν’ ανοίγει τρύπες; Ο πατέρας μου, ως γιος τσαγκάρη, συχνά έλεγε έτσι το σουβλί με την κόκκινη στρουμπουλή λαβή, που άλλοτε, στη γλώσσα των ξυλουργών αποκαλούσε και «ζουμπά».
Πού να ’ξερα, επίσης, πως αυτό το ασήμαντο περιστατικό θα χωνόταν στο μυαλό σαν σουβλί; Ως ένα προσωπικό ορόσημο για το τι σημαίνει ορολογία.
Τρία κακά της μοίρας στο οινικό λεξιλόγιο
Η πλούσια ορολογία της γευσιγνωσίας κρασιού δεν αποτελεί εξαίρεση. Όραση, όσφρηση, γεύση και υφή καταλήγουν στο μυαλό, και οι άνθρωποι σκεφτόμαστε με λέξεις. Οι σωστές λέξεις δεν είναι πολυτέλεια, σχολαστικότητα ή εμμονή. Είναι το κατάλληλο εργαλείο κατανόησης και επικοινωνίας.
Ας φωτίσουμε λοιπόν ελάχιστα το σκότος που δημιουργούν κάποιες παρανοήσεις, που πηγάζουν από άγνοια και επεκτείνονται από αβασάνιστη επανάληψη. Γιατί στη γευσιγνωσία κάποιες εκφράσεις που αναμασούν ακόμη και γνώστες είναι τόσο προβληματικές, που αν ήταν οργανοληπτικά στοιχεία θα καθιστούσαν ένα κρασί ελαττωματικό. Να, λοιπόν, μια «αμαρτωλή» τριάδα.
- Το «δροσερό» κρασί
Κάποιοι ξεστομίζουν συχνά, και μάλιστα με έμφαση αυτοπεποίθησης, ατάκες όπως: «… ένα πολύ δροσερό λευκό!». Ναι, αλλά πόσο δροσερό, έντεκα βαθμούς Κελσίου, δώδεκα; Γιατί το «δροσερό» αφορά πρωτίστως θερμοκρασία και όχι οξύτητα, στην οποία λανθασμένα νομίζουν πως αναφέρονται.
Αν ένα κρασί έχει τονισμένη οξύτητα μπορεί να είναι «δροσιστικό», όπως η γκαζόζα, λόγω ανθρακικού, και αναζωογονεί. Το «δροσιστικό» δηλώνει ακριβώς αυτή την αίσθηση αναζωογόνησης που προκαλεί, μεταξύ άλλων, η οξύτητα στο στόμα, όπως και ο αφρισμός. Ναι μεν το δροσερό μπορεί να λειτουργήσει και ως δροσιστικό, αλλά οι όροι δεν είναι ταυτόσημοι. Ένα δροσιστικό κρασί τονώνει και κόβει την αίσθηση πλαδαρότητας. Να γιατί, μεταφορικά, την έντονη οξύτητα τη λέμε και «κοφτερή».
- Η «μακριά» επίγευση
Συχνά, όταν η επίγευση ενός κρασιού έχει αξιόλογη διάρκεια, ακούγεται το ανατριχιαστικό: «το κρασί έχει μακριά επίγευση». Δηλαδή «μακριά» μέχρι πού; Μέχρι το απέναντι τραπέζι, ας πούμε; Το «μακριά» αφορά απόσταση στον χώρο. Η επίγευση, όμως, εκτείνεται στον χρόνο. Είναι, λοιπόν, «μακρά», όχι «μακριά». Όπως λέμε «μπαταρίες μακράς διαρκείας». Δεν λέμε «μακριάς».
Αν, τώρα, κάποιος ισχυριστεί πως στην οινική διάλεκτο λέμε ένα κρασί «κοντό» ή «μακρύ», κάτι και πάλι λανθασμένο που δυστυχώς επικράτησε (αντί σύντομο ή μακρό, αντίστοιχα), ας θυμηθεί τη λαϊκή ρήση: «ο καθένας λέει το κοντό του και το μακρύ του». Ε, εδώ ταιριάζει απόλυτα!
- Η «μεταλλικότητα» του κρασιού
Αυτό κι αν είναι φάλτσο! Παράτονο όσο όλα μαζί τα χάλκινα (όπως λέγονται τα περισσότερα πνευστά από μέταλλο) μιας κακόφωνης μπάντας.
Η «μεταλλικότητα» στο κρασί μόνο προτέρημα δεν είναι, αφού στην πραγματικότητα περιγράφει κάτι ελαττωματικό και ανεπιθύμητο. Ίσως η λέξη παραπέμπει στα περίφημα μεταλλικά ιχνοστοιχεία, π.χ. αυτά που πολλοί παίρνουν σε συμπληρώματα διατροφής.
Διαστροφή, όμως, είναι να βαφτίζουν κάποιοι ένα κρασί «μεταλλικό», επειδή το κλήμα ριζώνει στο συχνά πλούσιο σε μεταλλικά στοιχεία χώμα. Η «ορυκτότητα», στην οποία αναφέρονται, είναι διαφορετική έννοια: ένας ευρύτερος όρος της γευσιγνωσίας που περιγράφει μια ιδιαίτερη αισθητηριακή εντύπωση συνδεδεμένη κυρίως με το έδαφος, μέρος του τερουάρ, χωρίς να σημαίνει ότι το κρασί μεταφέρει πετρώματα στο στόμα.
Για παράδειγμα, ως «ορυκτότητα», όχι ως «μεταλλικότητα», περιγράφεται μέρος της αρωματικής αίσθησης ενός Riesling του Μοζέλα που θυμίζει βρεγμένη πέτρα, ή μιας Σαντορίνης με νότες ηφαιστειακής στάχτης, πάντα μιλώντας για αισθητηριακές εντυπώσεις και όχι για εδαφική ανάλυση.
Δυο κερασάκια από την τούρτα της εστίασης
Αυτά τα «μαργαριτάρια» γευσιγνωσίας ακούγονται σε διάφορα μέρη, όπως και σε χώρους εστίασης, όπου συχνά τα σιγοντάρουν περισσότερες γλωσσικές συγχύσεις.
Γιατί ανάλογες νοηματικές αβλεψίες ανοίγουν και κλείνουν τον αρχικό διάλογο της παραγγελίας σε πολλά ελληνικά εστιατόρια. Ξεκινούν με το «μεταλλικό ή ανθρακούχο;», που σε ρωτούν οι ασχολούμενοι με το σέρβις για να επιλέξεις νερό, και συνεχίζουν με το περίφημο «καλή απόλαυση!», καθώς σερβίρουν το πρώτο πιάτο ή και επόμενα.
Κραυγαλέο λάθος ορολογίας είναι αυτό το περί νερού, αφού μια τεχνική κατηγορία («μεταλλικό») αντιπαρατίθεται σε μια άλλη («ανθρακούχο»), που αφορά ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτηριστικό του νερού.
Στο κρασί έχουμε λύσει το ζήτημα. Για να ξεχωρίσουμε την ύπαρξη ή μη φυσαλίδων λέμε «ήσυχο» και «αφρώδες». Ίσως, όμως, επειδή στην Ελλάδα το νερό χωρίς ανθρακικό προτιμάται κατά κράτος, αυτό θεωρείται «το νερό», οπότε ο χαρακτηρισμός «ήσυχο» μόνο οικείος δεν είναι. Ας αποτελεί καλή απόδοση του still, του καθιερωμένου αγγλοσαξονικού όρου για το μη ανθρακούχο νερό, σε αντιδιαστολή με το sparkling (αφρώδες). Σε σχετική συζήτηση, σερβιτόρα από γνωστό αθηναϊκό εστιατόριο γέλασε έως και ειρωνικά σκεπτόμενη τον εαυτό της να αποκαλεί το νερό «ήσυχο», και ακόμη περισσότερο την αντίδραση των πελατών.
Ωστόσο, η ερώτηση « … με ή χωρίς ανθρακικό;» είναι τόσο απλή και ακριβής, που είναι κρίμα να μην την ακούμε σχεδόν πουθενά.
Όσο για το δεύτερο, το «καλή απόλαυση», είναι καθαρός πλεονασμός, όπως έχει επισημάνει και ο πασίγνωστος γλωσσολόγος Γιώργος Μπαμπινιώτης, καθώς η απόλαυση έχει εξ ορισμού θετική σημασία. Δεν είναι όπως η συνήθεια: καλή ή κακή. Το «καλή απόλαυση» δεν έχει γίνει μόνο μια κακή συνήθεια, αλλά και μια πομπώδης έκφραση. Υπάρχουν τόσες άλλες εκφράσεις που θα μπορούσαν να την αντικαταστήσουν, που είναι περιττό να προταθούν κάποιες.
Άντε, όμως, να παραδεχτούμε πως έχει αφομοιωθεί, όπως τα «καλή επιτυχία» και «καλό καλοκαίρι», όπου ίσως η λέξη «καλό» παραπέμπει στην ευχή «με το καλό», δηλαδή να ευοδωθεί πράγματι κάτι. Ιδίως, όμως, όταν το «καλή απόλαυση» δεν αντικατοπτρίζει τελικά την ποιότητα του φαγητού, όπως συμβαίνει σε πολλά εστιατόρια, η έτσι κι αλλιώς πλεονασματική αυτή ευχή καταντά και ενοχλητική.
Και η γλώσσα έχει επίγευση
Επιστρέφοντας στο κρασί, αυτές οι τρεις συχνότατες γλωσσικές παρανοήσεις δεν είναι απλές λεξιλογικές αστοχίες, κι ας καθιστούν έως και γραφικούς όσους τις επισημαίνουν. Είναι νοηματικές λακκούβες που σκαλώνουν τη γευσιγνωσία και σαμποτάρουν την επικοινωνία του κρασιού.
Γιατί, όπως μας έμαθε ο κατσαμπρόκος, η σωστή ορολογία δεν είναι περιττή. Είναι το εργαλείο που ανοίγει το σωστό πέρασμα για κάπου που αλλιώς, χωρίς τις κατάλληλες λέξεις, ίσως δεν φτάσεις ποτέ.


