Το λιγότερο αλκοόλ δεν θα σώσει τον πλανήτη
Δικαίως ή αδίκως, εμπεριστατωμένα ή μη, σίγουρο είναι πως στην εποχή μας το αλκοόλ αντιμετωπίζεται εχθρικά από μεγάλη μερίδα κόσμου και κατηγορείται όλο και περισσότερο ως επιβλαβές για την υγεία, έστω και σε μικρές ποσότητες. Αυτό ισχύει, δηλαδή, ακόμα και μιλώντας για λελογισμένη κατανάλωση με μέτρο ή για αλκοολούχα ποτά που από τη φύση τους έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ (π.χ. το κρασί). Σε αυτό το πλαίσιο, η μπίρα και πιο δειλά το κρασί εμφανίζονται, πια, και χωρίς ή με μειωμένο αλκοόλ. Πέρα από το τι σημαίνει η εν λόγω μείωση οργανοληπτικά, δηλαδή κατά πόσο περιορίζονται ή αλλοιώνονται τα αρώματα και η γεύση τους, ενδιαφέρον έχει να εξεταστεί και ο τρόπος που ο εν λόγω απο-αλκοολισμός συνδέεται με ένα από τα πιο καυτά ζητήματα της εποχής μας, αυτό της κατανάλωσης ενέργειας και, γενικότερα, της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος και του πλανήτη.
Η παραγωγή κρασιών με λιγότερο ή και καθόλου αλκοόλ είναι μία ιδιαίτερα ενεργοβόρα διαδικασία, κάτι που ελάχιστοι εξ όσων τα αναζητούν με πάθος, γνωρίζουν. Πολύ χονδρικά και όπως είναι ευρέως γνωστό, η οινοπαραγωγή αφορά κατά βάση τη ζύμωση, τη διαδικασία, δηλαδή, που τα σάκχαρα του σταφυλιού γίνονται αλκοόλ μέσω μυκήτων (ζύμες), παράγοντας διοξείδιο του άνθρακα και εκλύοντας θερμότητα. Στις μέρες μας, όπως και εδώ και πολλά χρόνια, η διαδικασία αυτή συνήθως ελέγχεται. Συχνότατα, αυτό γίνεται από επιστήμονες, τους οινολόγους, που πολλές φορές συνδυάζουν την παράδοση, τη γνώση και την τεχνολογία. Ωστόσο, η οινοποίηση αποτελεί μία χαοτική διαδικασία, που στην περίπτωση παραγωγής κρασιών με λιγότερο ή και καθόλου αλκοόλ κινείται σε ακόμα πιο περίπλοκα μονοπάτια.
Γεγονός είναι ότι και στην περίπτωση αυτή, η πρώτη ύλη που είναι απαραίτητη, δεν αλλάζει· είναι το κατάλληλα ώριμο σταφύλι, που μετά τον τρύγο ακολουθεί την πορεία της οινοποίησης. Για να μειωθεί, όμως, το αλκοόλ ή να απομακρυνθεί εντελώς, απαιτείται χρήση υψηλών τεχνολογιών και τεχνικών, για ακριβή έλεγχο της θερμοκρασίας, της πίεσης και άλλων παραγόντων, που απαιτούν σημαντικές ενεργειακές εισροές, μέρος των οποίων υπολογίσιμες είναι ακόμα και οι δαπάνες για εξειδικευμένο προσωπικό.
Πιο συγκεκριμένα, μια τέτοια τεχνολογία είναι η απόσταξη σε κενό, όπου η μείωση της πίεσης χαμηλώνει το σημείο βρασμού του αλκοόλ, διευκολύνοντας την εξαγωγή του χωρίς δραματικές θυσίες στα αρώματα του κρασιού. Άλλη είναι η περίφημη αντίστροφη ώσμωση, που χρησιμοποιεί ημιδιαπερατές μεμβράνες, οι οποίες διαχωρίζουν το αλκοόλ από το κρασί, με την απαίτηση, όμως, σημαντικής υδραυλικής πίεσης. Η δε χρήση της τεχνολογίας περιστρεφόμενου κώνου μετατρέπει το αλκοόλ σε ατμούς μέσω αρκετά ενεργοβόρας φυγοκέντρισης και, επίσης, θεωρείται πως διατηρεί καλά τα επίπεδα αρωμάτων στο κρασί.
Μιλώντας, όμως, με περιβαλλοντικούς όρους, οι εν λόγω διαδικασίες βασίζονται στη χρήση ορυκτών καυσίμων, οπότε συμβάλλουν στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και έτσι στην περιβαλλοντική υποβάθμιση. Έρχονται δε σε αντίθεση με την επιλογή πολλών οινοποιείων που προσπαθούν να μειώσουν ή και να μηδενίσουν το ενεργειακό αποτύπωμά τους, π.χ. χρησιμοποιώντας ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή άλλους τρόπους.
Παρ’ όλα αυτά, οι αλλαγές στις προτιμήσεις των καταναλωτών παραμένουν κινητήριος άξονας των επιλογών των παραγωγών. Έτσι, η στροφή προς πιο υγιεινούς τρόπους ζωής όπου το αλκοόλ αδίκως ή δικαίως χάνει έδαφος, αντί να είναι εναρμονισμένη και με άλλες σύγχρονες τάσεις, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, μάλλον ανοίγει αντί να κλείνει το δρόμο στην παραγωγή αλκοολούχων ποτών με μεγαλύτερη δαπάνη ενέργειας.
Καθώς ο κλάδος της οινοβιομηχανίας και της οινοπαραγωγής κάθε μεγέθους κινείται προς επιλογές που ευνοούν τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος, αναγκαία καθίσταται η εξασφάλιση ισορροπίας μεταξύ του επιδιωκόμενου, στην προκειμένη περίπτωση των κρασιών με μειωμένο ή καθόλου αλκοόλ, και της χαμηλότερης δυνατής ενεργειακής δαπάνης. Έτσι η ικανοποίηση των ―προς το παρόν― μάλλον ολίγων για κρασιά όπως τα προαναφερόμενα δεν θα αποβαίνει μοιραία για το περιβάλλον, το οποίο αφορά τους πάντες.

