Πολλά άλλαξαν για τον ελληνικό αμπελώνα εδώ και ένα χρόνο
Η κλιματική αλλαγή και τα αποτελέσματά της στην οινοπαραγωγή, καθώς και οι εξελίξεις στην αγορά οίνου, οδήγησαν πέρυσι το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στην έκδοση της υπουργικής απόφασης 111068/9.5.2025. Με αυτήν επιχειρείται η προσαρμογή της διαχείρισης των οινοποιήσιμων ποικιλιών αμπέλου του ελληνικού αμπελώνα στα νέα δεδομένα, διατηρώντας παράλληλα την ταυτότητα επιμέρους αμπελουργικών περιοχών και οίνων ΠΟΠ και ΠΓΕ.
Οι τροποποιήσεις όσον αφορά το πλαίσιο διαχείρισης των ποικιλιών αμπέλου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και διαφοροποιούνται μεταξύ ελληνικών και ξένων ποικιλιών, ενώ ειδικά καθεστώτα προβλέπονται για συγκεκριμένες ζώνες. Ο τρόπος εφαρμογής των ρυθμίσεων στην πράξη, καθώς και η ερμηνεία επιμέρους όρων, αναμένεται να καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό τον πραγματικό αντίκτυπό τους στον ελληνικό αμπελώνα.
Τι ίσχυε πριν
Μέχρι πριν την εν λόγω υπουργική απόφαση, η ταξινόμηση των οινοποιήσιμων ποικιλιών αμπέλου στην Ελλάδα βασιζόταν σε ένα σχετικά αυστηρά δομημένο σύστημα, γεωγραφικά και διοικητικά. Η χώρα ήταν χωρισμένη σε 11 αμπελουργικά διαμερίσματα, που σε μεγάλο βαθμό αντιστοιχούν στις διοικητικές περιφέρειες, και εντός αυτών καθοριζόταν ποιες ποικιλίες θεωρούνταν «συνιστώμενες» ή «επιτρεπόμενες» για καλλιέργεια.
Στην πράξη, αυτό σήμαινε ότι η φύτευση, η μεταφορά ή η ταξινόμηση ποικιλιών οινοποίησης δεν ήταν ενιαία σε εθνικό επίπεδο, αλλά συνδεόταν με συγκεκριμένες εγκρίσεις και διοικητικές διαδικασίες ανά αμπελουργικό διαμέρισμα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ανά περιφερειακή ενότητα.
Το σύστημα λειτουργούσε, ουσιαστικά, με τις προαναφερόμενες λίστες ποικιλιών (συνιστώμενες, επιτρεπόμενες ή περιορισμένες), διαμορφώνοντας έναν «γεωγραφικό χάρτη» για το τι μπορεί να φυτευτεί και πού, τόσο για γηγενείς όσο και για ξένες ποικιλίες.
Τι ισχύει πια
Μετά την εν λόγω υπουργική απόφαση, τα 11 αμπελουργικά διαμερίσματα δεν καταργούνται, ωστόσο χαλαρώνει κατά πολύ η δεσμευτικότητα που τα διέπει, τουλάχιστον για τις ελληνικές γηγενείς ποικιλίες. Η καλλιέργειά τους επιτρέπεται, πλέον, σε επίπεδο επικράτειας (με εξαίρεση τις Κυκλάδες) και δεν «εγκλωβίζονται» στα όρια των αμπελουργικών διαμερισμάτων, όπως συνέβαινε πριν.
Αυτή είναι και η κομβική αλλαγή του πλαισίου: για τις ελληνικές ποικιλίες προβλέπεται πλέον ένα πιο ευέλικτο καθεστώς καλλιέργειας, που κινείται σε επίπεδο επικράτειας. Πιο συγκεκριμένα, το σύνολο της ελληνικής επικράτειας καθορίζεται πλέον ως Ενιαίο Αμπελουργικό Διαμέρισμα (ΕΑΔ), πλην του Αμπελουργικού Διαμερίσματος Κυκλάδων, δηλαδή: Άνδρος, Θήρα, Κέα, Κύθνος, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Πάρος, Σύρος και Τήνος.
Με απλά λόγια, και με την εξαίρεση των Κυκλάδων, σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, οι γηγενείς ποικιλίες μπορούν να καλλιεργούνται χωρίς τους έως τώρα γεωγραφικούς περιορισμούς που απέρρεαν από το σύστημα ταξινόμησης, πρακτικά οπουδήποτε στην ελληνική επικράτεια.
Για παράδειγμα, μια γηγενής ποικιλία της Κρήτης μπορεί να καλλιεργηθεί στη Θράκη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη σύνθετη διαδικασία επαναταξινόμησης. Εύλογο είναι πως κάτι τέτοιο μπορεί, πράγματι, να διευκολύνει την προσαρμογή των καλλιεργειών στις αλλαγμένες τοπικές κλιματικές συνθήκες, ενισχύοντας παράλληλα τη χρήση και αξιοποίηση των ελληνικών ποικιλιών.
Η κορινθιακή και η σουλτανίνα
Οι γνωστές ποικιλίες αμπέλου κορινθιακή και σουλτανίνα, που έχουν πολλές φορές αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και έντονης αντιπαράθεσης στον κόσμο του κρασιού λόγω της πολλαπλής χρήσης τους, παραμένουν στο υφιστάμενο καθεστώς, καθώς η γενικευμένη καλλιέργειά τους για οινοποίηση σε όλη την επικράτεια θα άλλαζε το τοπίο ποικιλοτρόπως.
Έτσι, η κορινθιακή επιτρέπεται μόνο στις Περιφερειακές Ενότητες Αργολίδας, Αχαΐας, Ζακύνθου, Ηλείας, Κεφαλληνίας, Κορινθίας, Λευκάδας και Μεσσηνίας, και η σουλτανίνα στις Περιφερειακές Ενότητες Αργολίδας, Δωδεκανήσου, Ηλείας, Ηρακλείου, Κορινθίας, Λασιθίου, Ρεθύμνης και Χανίων.
Αντίστοιχοι περιορισμοί τίθενται και για ποικιλίες διπλής χρήσης, επιτραπέζιες και οινοποιήσιμες, όπως το μοσχάτο Αμβούργου και το ροζακί. Πιο συγκεκριμένα, το μοσχάτο Αμβούργου επιτρέπεται στις Περιφερειακές Ενότητες Αιτωλοακαρνανίας, Αχαΐας, Ημαθίας, Θεσσαλονίκης, Κοζάνης, Σερρών και Χαλκιδικής (και με μεμονωμένες ρυθμίσεις/επεκτάσεις ανά διαμέρισμα, όπου εμφανίζεται και σε συγκεκριμένες ζώνες όπως Έβρος, αλλά υπό όρους) και το ραζακί (κέρινο) στις Περιφερειακές Ενότητες Βοιωτίας, Θεσσαλονίκης, Καβάλας, Ξάνθης και Χαλκιδικής.
Χωρίς ουσιαστικές αλλαγές οι ξένες ποικιλίες
Αντίθετα, για τις ξένες ποικιλίες το σύστημα ταξινόμησης παραμένει σε μεγάλο βαθμό ενεργό και τα 11 διαμερίσματα εξακολουθούν να έχουν τον έως τώρα ρόλο στη διαχείρισή τους, όσον αφορά τις διοικητικές διαδικασίες ταξινόμησης.
Με άλλα λόγια, η ρύθμιση εισάγει σαφή διάκριση μεταξύ ελληνικών (γηγενών) και ξένων ποικιλιών αμπέλου, με διαφοροποιημένο διοικητικό χειρισμό για κάθε κατηγορία.
Η προστασία της φήμης οίνων ΠΟΠ και ΠΓΕ
Εξαιρέσεις ή ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με τις φυτεύσεις είναι δυνατό να εξετάζονται και στο πλαίσιο γεωγραφικών ενδείξεων ΠΟΠ και ΠΓΕ, ιδίως όταν τίθεται ζήτημα διατήρησης της φήμης ή της ταυτότητάς τους. Άλλωστε, η εν λόγω υπουργική απόφαση συνδέεται με το κανονιστικό πλαίσιο που τις διέπει. Σχετικά αιτήματα μπορούν να υποβάλλονται από τις αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών ΠΟΠ/ΠΓΕ, εφόσον υφίστανται στη συγκεκριμένη ζώνη, ειδάλλως από την Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου και οίνου, φορείς οι οποίοι μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία.
Για την ένταξη ποικιλιών σε καθεστώτα ΠΟΠ ή ΠΓΕ εξακολουθούν να ισχύουν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και οι σχετικοί κανόνες της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων αναφέρεται και ο κανονισμός 1143/2024. Γενικότερα, η δυνατότητα καλλιέργειας ποικιλιών δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγές στους ισχύοντες κανόνες επισήμανσης ή ταξινόμησης που αφορούν τους οίνους.
Και φορείς διαχείρισης
Αξίζει να σημειωθεί πως το νέο πλαίσιο αναφέρεται πρωτίστως στα «συμβούλια ζώνης», κατ’ αντιστοιχία των «Φορέων Προστασίας και Διαχείρισης» της Γαλλίας (Organismes de Défense et de Gestion, ODG), δηλαδή αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών οίνων ΠΟΠ και ΠΓΕ, οι οποίες μπορούν να αιτούνται εξαιρέσεις φυτεύσεων για συγκεκριμένες αμπελουργικές ζώνες σε περίπτωση που τεκμηριώνεται σημαντικός κίνδυνος υποτίμησης ή κατάχρησης της φήμης των εν λόγω ΠΟΠ ή ΠΓΕ.
Αξίζει να σημειωθεί πως είναι η πρώτη φορά που στην ελληνική νομοθεσία γίνεται αναφορά σε τέτοιες ομάδες, και μάλιστα με ουσιαστικές αρμοδιότητες. Ωστόσο, εκκρεμεί η έκδοση θεσμικού πλαισίου για την αναγνώρισή τους, παρότι πρόκειται για πάγιο αίτημα του κλάδου με ρίζες που φτάνουν στο μακρινό 1926.


