Όχι άλλο «σαν Barolo»· μόνο ξινόμαυρο!
Αυτή η ιστορία με τις παγκόσμιες μέρες ή έστω τις όλο και σε κάτι αφιερωμένες ημέρες δεν είναι και το καλύτερό μου. Δεν διαφωνώ, βέβαια, πως σε κάποιες περιπτώσεις κάνουν τη δουλειά τους, αφυπνίζοντας, τιμώντας κ.ά. Με αφορμή, λοιπόν, πως η 1η Νοεμβρίου είναι ημέρα αφιερωμένη στο ξινόμαυρο (τυχαία και στην ονομαστική εορτή μου), θα ήθελα με πολλή αγάπη να ευχηθώ το εξής σε αυτήν την αγαπημένη ποικιλία και σε όσους ασχολούνται με αυτήν (οι οινοποιοί μας, ευτυχώς, όλο και πιο επιτυχημένα, πατώντας σε δοξασμένα εδάφη και κρασιά): να σταματήσουν να την παρομοιάζουν με Nebbiolo ή (σπανιότερα) με Pinot Νoir, λέγοντας πως τις θυμίζει. Ακόμα και με εκφράσεις όπως «το Barolo του φτωχού», που μπορεί να εξαίρουν την πολύ καλή σχέση ποιότητας προς τιμή για κρασιά από ξινόμαυρο. Δεν κερδίζει κάτι έτσι, πιστεύω, απλώς υποτιμάται.
Σε μία πολύ καλή, κατά τη γνώμη μου, διαφήμιση γνωστού σοκολατούχου αλείμματος (εδώ), οι φυσικοί αποδέκτες του, τα παιδιά, γεμίζουν απογοήτευση μαθαίνοντας πως δεν πρόκειται για αυτό, αλλά για κάτι σαν αυτό. Εκεί, άλλωστε, στηρίζεται και η εν λόγω διαφήμιση. Γιατί, σχεδόν πάντα, το υποκατάστατο μόνο ποιότητα δεν καταδεικνύει και στο μυαλό του καταναλωτή απογοητεύει. Μένοντας στην ίδια κατηγορία προϊόντων, διαφήμιση άλλης εταιρείας στοχεύει αλλού για να πείσει: στην ελληνικότητά της (εδώ).
Από την άλλη μεριά, όταν ένα προϊόν γίνει εμβληματικό, μέχρι που δίνει το όνομά του σε όλη την κατηγορία του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μία συγκεκριμένη μάρκα στιγμιαίου καφέ (που αν όχι όλοι, οι περισσότεροι θα αναφέραμε πρώτη στην κατηγορία της). Σπάνια χρησιμοποιείται ο όρος «στιγμιαίος καφές», ακόμα και αν πρόκειται για προϊόν άλλης μάρκας, αλλά το εμπορικό σήμα του προϊόντος αυτού για την εν λόγω κατηγορία, τουλάχιστον στην Ελλάδα.
Καμία αντίρρηση, το ρουμπινί, συχνά όχι τόσο πυκνό, ιδίως παλαιώνοντας, χρώμα, κάποια αρώματα, όπως αυτό της βιολέτας και των μούρων και κυρίως η ψηλή οξύτητα και οι τανίνες του ξινόμαυρου, που συχνά απαιτούν έτη παλαίωσης για να καταλαγιάσουν, μπορεί να θυμίζουν νεμπιόλο (πολύ λιγότερο πινό νουάρ), όπως συμβαίνει και ανάμεσα σε άλλες ποικιλίες, εάν συγκρίνουμε τα κρασιά τους στα επιμέρους οργανοληπτικά χαρακτηριστικά τους. Εκτιμώ πως με αυτόν τον τρόπο το ξινόμαυρο δεν θα πάει περισσότερο μπροστά. Έχει, άλλωστε, τα εχέγγυα να το κάνει από μόνο του.
Είναι, μάλιστα κρίμα όταν εδώ και χρόνια η δουλεία που γίνεται για την εν λόγω ποικιλία δίνει πολλά άλλα επιχειρήματα. Πρώτα απ’ όλα τα ίδια τα κρασιά, πολλά εκ των οποίων είναι εμφανώς βελτιωμένα σε σχέση με το παρελθόν, κατά το οποίο πάντα υπήρχαν εξαιρετικά δείγματα ανάλογα και με την εσοδεία. Έπειτα, όλη η δουλειά που γίνεται στο αμπέλι, με κλώνους, επιλογή και αφιερωμένους γεωπόνους και αμπελουργούς, που δίνουν πρώτη ύλη σε άξιους και πορωμένους οινολόγους και οινοποιούς (αν και συχνά πρόκειτα για τα ίδια άτομα με διττό ρόλο). Για να μην πούμε για τη διαφορετικότητα των οίνων όταν προέρχονται από διαφορετικά, ονομαστά για ξινόμαυρο αμπελοτόπια, π.χ. Νάουσας και Αμυνταίου. Αυτά και πολλά άλλα θα έπρεπε να αποτελέσουν όχημα για την αποτελεσματικότερη ανάδειξη του ξινόμαρου, που δικαιούται και την οποία δεν χαίρει στο βαθμό που του αξίζει.

