Το Αιγαίο ανήκει ΚΑΙ στα κρασιά του
Στα νησιά του Αιγαίου οι καλλιέργειες είναι απαιτητικές. Το λιγοστό νερό, οι πολλοί καύσωνες, τα πετρώδη εδάφη και η κλιματική αλλαγή αποθαρρύνουν από το να ασχοληθεί κάποιος με οτιδήποτε άλλο πέρα από τον τουρισμό. Γραμμή αντίστασης φαίνεται πως κρατούν κάποιοι νέοι στο επάγγελμα οινοποιοί, με όραμα να αναβιώσουν αμπελώνες και ποικιλίες και να βάλουν τα κρασιά τους στο ευρύτερο οινικό παιχνίδι. Ωστόσο, δυσκολεύονται τόσο με τις καλλιεργητικές αντιξοότητες και την αδυναμία εύρεσης εργατικού δυναμικού, όσο και με τη διανομή των κρασιών τους πέρα από την τοπική αγορά.
Πλέον, από τα δωδεκάνησα μέχρι τα πιο μικρά νησιά των Κυκλάδων, δημιουργούνται οικογενειακές επιχειρήσεις που φιλοδοξούν να βάλουν στο χάρτη των ελληνικών κρασιών νέες επιλογές. Η πορεία τους συνοδεύεται από περισσή έμπνευση αλλά και από σοβαρές προκλήσεις.
Η αναβίωση ποικιλιών
Πολλές φορές, πίσω από αυτές τις προσπάθειες κρύβεται η επιθυμία για την αξιοποίηση τοπικών ποικιλιών αμπέλου που κινδυνεύουν να ξεχαστούν ολοκληρωτικά. Έτσι τουλάχιστον ξεκίνησε πριν από επτά χρόνια η Αγγελική Γρατσία που δημιούργησε το Κτήμα Terra Grazia, στο χωριό Κάτω Σαγκρί της Νάξου. «Στη Νάξο υπάρχουν μεγάλοι και πολύ παλιοί αυτόριζοι αμπελώνες που εντοπίζονται σε μεγάλη έκταση στα ορεινά, στην περιοχή που είναι το Κακό Σπήλαιο», περιγράφει με ενθουσιασμό η κα Γρατσία. «Όταν ξεκινήσαμε, θέλαμε να εντοπίσουμε παλιές άγνωστες ποικιλίες και να τις αναστήσουμε. Με ιδιωτική πρωτοβουλία έχουμε κάνει μέχρι στιγμής δύο γενετικούς ελέγχους, εντοπίζοντας τέτοιες ποικιλίες, όπως το μπαστάρδικο, το άσπρο συρίκι, το γουρλιώτικο και το ουστιανό».
Οι κάτοικοι της ορεινής Νάξου, στο χωριό Φιλώτι απ’ όπου είναι η καταγωγή του πατέρα της, είχαν μετοικήσει στα Βουρλά της Μικράς Ασίας από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, δημιουργώντας έντονη αλληλεπίδραση και επαφές ανάμεσα στα δύο μέρη. «Επιστρέφοντας από τη Μικρά Ασια έφεραν κληματίδες από αμπέλια που έβρισκαν εκεί. Τα φύτευαν στο αμπέλι τους και δημιουργούσαν ιδιωτικούς πολυποικιλιακούς αμπελώνες, εξηγεί η ίδια. Θέλαμε να κάνουμε ένα κρασί όπως το έκαναν οι παλιοί, να πάρουμε όλες αυτές τις ποικιλίες, μεταξύ των οποίων και άγνωστες, για να κάνουμε ένα “Mωσαϊκό”. Eίναι το κρασί που έγινε η δεύτερη ετικέτα μας».
Στη Νάξο δεν είναι οι μόνοι. Στο Kτήμα Τρανάμπελο εμπνέονται, επίσης, από την ιδέα να αναβιώσουν τα τρανά αμπέλια που ήταν διάσημα στην περιοχή για το κρασί τους και παράλληλα τις τοπικές ποικιλίες. «Σήμερα φτιάχνουμε κρασί από ποταμίσι, μονεμβασιά, αηδάνι και ασύρτικο. Δουλεύουμε με κάποιες χαμένες λευκές ποικιλίες, όπως είναι το χαραμπαήμ, το μπαστάρδι και κόκκινες, όπως είναι το φωκιανό, μαυροποταμίσι, μαυροτράγανο, μαυροαηδάνι», λέει ο Κωνσταντίνος Μακρυδημήτρης, ιδιοκτήτης του κτήματος και παραγωγός.
Η Μήλος είναι ακόμα ένα νησί όπου επιχειρείται η επιστροφή στην οινοποιητική παράδοση. Οι παλιοί του νησιού λένε ότι εκεί κάποτε υπήρχαν 1.000 στρέμματα αμπέλια. «Αυτήν τη στιγμή δεν ξεπερνούν ούτε τα 80 και τα μισά είναι δικά μας», αφηγείται ο Πέτρος Μάλλης από το Κτήμα Κωνσταντάκη, λέγοντας ότι μπορεί η Μήλος να μη φημίζεται για το κρασί της, αλλά στην οικογένειά του κάνουν ό,τι μπορούν ώστε οι φιάλες τους να είναι μεταξύ των λίγων τοπικών προϊόντων που μπορεί να ανακαλύψει ένας επισκέπτης στο νησί. Στόχος τους είναι ένα «μηλέικο» κρασί. «Έχουμε όλες τις κυκλαδίτικες ποικιλίες. Το νησί είχε λίγο παραπάνω ροδίτη, σαββατιανό και, βέβαια, ασύρτικο κι από κόκκινο βγάζουμε κρασί από μανδηλαριά», σημειώνει. Έτσι, σήμερα το κτήμα Κωνσταντάκη εμφιαλώνει 15.000 φιάλες που διακινούνται αποκλειστικά μέσα στο νησί, επιτυγχάνοντας τον πρώτο στόχο του εγχειρήματος. Άλλωστε, αυτή η τακτική, δηλαδή η επί τόπου κατανάλωση, παρατηρείται σε πολλά νησιά εκτός αυτών που είναι γνωστά για την οινοπαραγωγή τους.
Λίγο παραδίπλα, στη Σίκινο, που στην αρχαιότητα λεγόταν Οινόη, δηλαδή οινοφόρος, ο Γιώργος Μάναλης προσπαθεί εδώ και χρόνια να αναβιώσει ένα κομμάτι από τους αμπελώνες που εγκαταλείφθηκαν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, όταν οι κάτοικοι του νησιού άρχιζαν να αναζητούν την τύχη τους στα μεγάλα αστικά κέντρα. Σήμερα, τροφοδοτώντας το οινοποιείο αποκλειστικά με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αφού ήταν αδύνατο να φτάσει το ηλεκτρικό ρεύμα μέχρι εκεί, παράγει λευκό, ροζέ και κόκκινο κρασί.
Τα αμπέλια του κοιτάζουν το Αιγαίο, όπως και τα νεοφυτεμένα αμπέλια του Nisyros Wines, οι άνθρωποι του οποίου σκέφτηκαν ότι με ένα δικό τους αμπελώνα θα ενισχύουν την σχεδόν εξαφανισμένη καλλιεργητική δραστηριότητα στο νησί αυτό. Δίπλα σε γνωστές ποικιλίες, όπως το ασύρτικο και το μαυροτράγανο, θέλουν να βάλουν και το μαυροφύρικο. «Είναι μια ντόπια δωδεκανησιακή ποικιλία που δεν καλλιεργείται πολύ, εξηγεί ο Θεολόγος Μαμώλης, στέλεχος του οινοποιείου. Θέλουμε να βάλουμε μια ακόμα γηγενή ποικιλία στον αμπελοοινικό χάρτη της Ελλάδας και ευχόμαστε να πάει καλά», λέει με έμφαση.
Χαμηλή παραγωγή
Τα περισσότερα από αυτά τα εγχειρήματα δεν μετρούν περισσότερο από μια δεκαετία. Δεν είναι λίγοι που μόλις τώρα αρχίζουν να βλέπουν τα πρώτα αποτελέσματα των κόπων τους, αλλά δεν βιάζονται. Η άνθιση της οινοποιίας στο Αιγαίο φαίνεται να πηγαίνει χέρι-χέρι με τη χαμηλή παραγωγή. Για παράδειγμα, στο προαναφερόμενο Κτήμα Τρανάμπελο της Νάξου, για να αναβιώσουν το παραδοσιακό κρασί σε μια σύγχρονη εκδοχή φροντίζουν οι συνθήκες να είναι οι σωστές. Έτσι, ο αμπελώνας τους δεν είναι μεγάλος, η καλλιέργεια είναι βιολογική και η απόδοσή του είναι μικρή.
Στον αμπελώνα της Nisyros Wines τα αμπέλια χρειάζονται χρόνο ακόμα για να μεγαλώσουν. Φέτος, όμως, εμφιάλωσαν το πρώτο κρασί τους από σταφύλια ενός εκατοντάχρονου αμπελώνα στον Έμπωνα της Ρόδου. «Το ψάξαμε καλά, ταξιδέψαμε στη Ρόδο και διαλέξαμε αμπέλια που είναι κατά βάση βιολογικά, σαφώς χαμηλής παραγωγής, λόγω ηλικίας, και δεν ποτίζονται, επισημαίνει ο Θεολόγος Μαμώλης. Από αυτά φτιάχνουμε δύο λευκά αθήρια και ένα πορτοκαλί κρασί, συνδυασμό από αθήρι με λίγο ασύρτικο. Το ασύρτικο είναι σε μικρή ποσότητα, αλλά είναι το πρώτο σταφύλι δικής μας παραγωγής».
Κλιματική κρίση και άλλες προκλήσεις
Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι εύκολο. Η γη των νησιών είναι ξερική και δύσκολη στην καλλιέργεια, ενώ η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει διαρκώς τις έτσι κι αλλιώς δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούνται να δουλέψουν οι αμπελουργοί. «Οι Κυκλάδες είναι άνυδρες, οπότε τα αμπέλια δεν ποτίζονται και έτσι παίρνουμε μικρές έως πολύ χαμηλές ποσότητες, από 300 έως 400 κιλά ανά στρέμμα. Πέρυσι που δεν έβρεξε καθόλου ο τρύγος δεν ήταν καλός. Όσο περνούν τα χρόνια η καλλιέργεια γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη», σχολιάζει ο κ. Μακρυδημήτρης και καταλήγει: «Το χειρότερο για έναν επαγγελματία είναι ο απρόβλεπτος παράγοντας και σε εμάς αυτό είναι οι καιρικές συνθήκες», με άλλα λόγια αυτό που στο κρασί λέμε «εσοδεία».
Στην ηφαιστειακή Νίσυρο τα πράγματα είναι ακόμα πιο απαιτητικά. «Δεν έχουμε νερό για πότισμα και δεν μπορούμε να κάνουμε γεωτρήσεις, εξαιτίας της γεωθερμίας. Οπότε, οι ζέστες των τελευταίων ετών δημιουργούν μεγάλο πρόβλημα. Πρόπερσι χάσαμε το 40-50% του πρώτου φυτέματος. Ακόμα προσπαθούμε να φέρουμε το πρώτο φύτεμα εκεί που το θέλουμε» λέει ο κ. Μαμώλης και προσθέτει: «Στην αρχή θέλαμε να κάνουμε την παραγωγή τελείως άνυδρη, αλλά λόγω της μεγάλης ζέστης είμαστε αναγκασμένοι να ποτίσουμε λίγο».
Αντίθετα, ο κ. Μάναλης δεν ποτίζει τα ξερικά αμπέλια του στη Σίκινο. Άλλωστε, όπως λέει, «στο νησί δεν υπάρχει σταγόνα». Τους καλοκαιρινούς μήνες ακόμα και αργά τη νύχτα ο αέρας που φτάνει στα αμπέλια είναι καυτός σαν να έρχεται από καμίνι. «Το αμπέλι όταν ζορίζεται τρώει το παιδί του», εξηγεί παραστατικά, αλλά και με απογοήτευση. «Ψάχνει για υγρασία, δεν βρίσκει και αρχίζει να παίρνει την υγρασία μέσα από το σταφύλι. Βλέπεις ένα πολύ ωραίο γεμάτο τσαμπί και σιγά σιγά αρχίζει και μαραζώνει. Η ρώγα, ενώ είναι τροφαντή και γεμάτη, ρυτιδιάζει μέχρι να γίνει σταφίδα».
Πέρα από τις απρόβλεπτες κλιματικές συνθήκες που μπορεί να υπονομεύσουν το προϊόν μιας χρονιάς, τα προβλήματα δεν τελειώνουν εδώ. Η μεγάλη αδυναμία εύρεσης εργατών γης, που μαστίζει συνολικά τους καλλιεργητές στη χώρα, μόνο τα νησιά δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστα. «Χρειαζόμαστε εργάτες και μάλιστα με τεχνογνωσία, αλλά δεν είναι εύκολο να τους βρούμε», επιβεβαιάνει ο κ. Μακρυδημήτρης.
Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που παρατηρούν όλοι οι συνομιλητές μας είναι ότι σταδιακά το ελληνικό κρασί αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη εξωστρέφεια, γεγονός που τους γεμίζει αισιοδοξία. Ωστόσο, «είναι πολύ δύσκολο ο παραγωγός να βρει μόνος του δίκτυα διανομής και να ανοίξει δρόμους για το κρασί του, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό», λέει και πάλι ο κ. Μακρυδημήτρης. Από την άλλη μεριά, η οινική εξωστρέφεια συμπαρασύρει, ευτυχώς, την εγχώρια κουλτούρα, αφού οι εν λόγω οινοπαραγωγοί παρατηρούν ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι Έλληνες ενδιαφέρονται για το κρασί, με αποτέλεσμα να αυξάνονται και οι επισκέψεις στα οινοποιεία και τους αμπελώνες τους στο Αιγαίο.

