Πιστοποίηση οίνων: ένα βαρέλι δίχως πάτο
Πιάνοντας το νήμα από την αρχή, ας δούμε τι αφορούν οι πιστοποιήσεις. Ανέκαθεν, οι γεωγραφικές ενδείξεις, οι τεχνικοί όροι (π.χ. «brut» ή «φυσικώς γλυκύς»), αλλά και τεχνικά χαρακτηριστικά του κρασιού, όπως ο αλκοολικός βαθμός είναι ―ή τουλάχιστον πρέπει, από άποψη νομικής ορθότητας― να μπορούν να πιστοποιηθούν είτε εκ των προτέρων είτε κατόπιν ελέγχου ή αμφισβήτησης. Η πιστοποίηση αφορά, δηλαδή, τη διαδικασία χρήσης συγκεκριμένων όρων, η οποία ορίζεται αυστηρά και υπάγεται σε προηγούμενο έλεγχο του προϊόντος (και της διαδικασίας παραγωγής του) από ανεξάρτητο ελεγκτή (εδώ π.χ. ανήκει η περίπτωση των κρασιών που φέρουν όρους όπως «βιολογικό», «kosher», «vegan» κ.ά.).
Το κρασί αποδεικνύεται λαμπρό πεδίο ανάπτυξης του φαινομένου της πιστοποίησης για δύο λόγους, φαινομενικά αντιτιθέμενους μεταξύ τους, αλλά στην πραγματικότητα συμπληρωματικούς:
- Το ισχυρά, έως και ασφυκτικά πολλές φορές ρυθμισμένο πεδίο της οινοπαραγωγής: εφόσον οι κανόνες που διέπουν το κρασί είναι πυκνοί και αυστηροί, λογικό είναι οποιαδήποτε αναφορά σε ειδικά χαρακτηριστικά του προϊόντος να ρυθμίζονται και να ελέγχονται με την ίδια συνεπή λογική.
- Η μεγάλη διαφοροποίηση που χαρακτηρίζει το προϊόν υπαγορεύει την αναγνώριση κάποιων κοινών ιδιοτήτων ενός μέρους αυτού του «ωκεανού» οινικών προϊόντων στη βάση κάποιων κριτηρίων, σαφώς προκαθορισμένων, κάτι που κατά κάποιον τρόπο είναι φαινομενικά παράδοξο σε σχέση με το «1.».
Όταν τα κριτήρια αυτά είναι αποτέλεσμα κοινής αποδοχής, τότε ο καθορισμός και ο έλεγχος της πλήρωσής τους μπορεί να λάβει το χαρακτήρα νομοθετικού πλαισίου, όπως συνέβη, εντέλει, με τα βιολογικά κρασιά σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτή η συναίνεση απουσιάζει; Στην καλύτερη περίπτωση, τότε αναπτύσσονται ιδιωτικές πρωτοβουλίες πιστοποίησης (συνήθως με τη χρήση ενός σήματος πιστοποίησης από ιδιωτικό φορέα). Στις υπόλοιπες περιπτώσεις εφαρμόζεται ο κανόνας του «είσαι ό,τι δηλώσεις», μέχρι να κριθείς ότι προσβάλλεις το νόμο (παραπλάνηση των καταναλωτών ή/και αθέμιτος ανταγωνισμός, συχνά δε και τα δύο).
«Βιωσιμότητα»: ο νέος πόλος έλξης πιστοποιήσεων
Η φρενίτιδα των πιστοποιήσεων η οποία έχει καταλάβει, εν γένει, τον αγροδιατροφικό τομέα είναι δεδομένη και το κρασί δεν εξαιρείται από αυτήν. Μάλιστα, προϊόντος του χρόνου και υπό το φως της εξέλιξης της κοινωνίας και των καταναλωτικών προτύπων, το κέντρο βάρους της πιστοποίησης των οίνων μετατοπίζεται ή, καλύτερα, εμπλουτίζεται. Έτσι, όροι όπως «βιώσιμο» («sustainable»), δεν αφορούν το κρασί αυτό καθεαυτό (δηλαδή στα αναλυτικά ή οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του), αλλά αφορούν τον τρόπο παραγωγής του και την προστασία μοντέλων ανάπτυξης και ηθικών κριτηρίων που σχετίζονται με την παραγωγική διαδικασία, εν γένει. Έτσι, η ανάπτυξη κωδίκων καλής συμπεριφοράς που εκπονούν συλλογικοί φορείς, όπως η California Sustainable Winegrowing Alliance, αλλά και κανονιστικά εργαλεία, όπως η πρόσφατη ευρωπαϊκή Οδηγία 2024/1760 σχετικά με την εταιρική δέουσα επιμέλεια σχετικά με τη βιωσιμότητα, αφορούν μεταξύ άλλων την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων στην παραγωγή οίνων.
Πιστοποίησέ το για να πουλήσει
Έτσι, η τυχόν πιστοποίηση προκειμένου να δηλωθεί η ευαισθησία του οινοπαραγωγού ως προς την βιωσιμότητα (περιβαλλοντική, κοινωνική ή, ακόμα, πολιτιστική) στηρίζεται μεν κατά κανόνα σε ιδιωτικά καθεστώτα πιστοποίησης («private schemes»), αλλά δεν πρόκειται, απλώς, για επιλογή που λόγο έχει το μάρκετινγκ. Τα τελευταία χρόνια, πολλές χώρες και κυρίως εκείνες που διατηρούν κρατικό εμπορικό μονοπώλιο για το αλκοόλ (π.χ. οι σκανδιναβικές και ο Καναδάς) ζητούν από τους παραγωγούς ολοένα και πιο πιεστικά εχέγγυα οίνων που αφορούν την πλήρωση εκ μέρους τους κριτηρίων βιωσιμότητας. Σε διαφορετική περίπτωση, το ενδεχόμενο της μη συμπερίληψης των προϊόντων στον κατάλογο του μονοπωλίου είναι ανοιχτό. Παρότι το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν έχουν ακόμα αποφανθεί επί της νομιμότητας τέτοιων πρακτικών, το ηθικό πλεονέκτημα που συνοδεύει ένα κρασί που φέρει «περήφανα» τον όρο «βιώσιμο», κατόπιν σχετικής πιστοποίησης, είναι πολύ ισχυρό για να το αγνοήσει στις μέρες μας ο οινοπαραγωγός.
Η ανάπτυξη δε της ψηφιακής ετικέτας, που προσεγγίζεται εύκολα μέσω smartphone, δίνει άπειρο χώρο για πιστοποιήσεις κρασιών. Είναι δυνατό να συνοδεύονται από λεπτομερή περιγραφή των πρωτοκόλλων στις οποίες στηρίζεται η πιστοποίηση, επιτελώντας σημαντικό έργο όχι μόνο πληροφόρησης αλλά και διαπαιδαγώγησης του καταναλωτή.
Πάντως, μπροστά σε αυτό τον ωκεανό των πιστοποιήσεων, εύλογο είναι το ερώτημα αν το κρασί κινδυνεύει, τελικά, να χάσει, ―αν όχι το «μυστήριο» που διαχρονικά το συνοδεύει―, ακόμα και αυτήν, την αξιοπιστία του. Γιατί όσο και αν ακούγεται εξωφρενικό, αυτός είναι ένας υπαρκτός κίνδυνο: η «ρύπανση» που προκαλεί η υπερβολική πληροφόρηση («information pollution»), ενέχει το ρίσκο της αναξιοπιστίας ενός προϊόντος, από τη στιγμή, πια, που οι πληροφορίες είναι περισσότερες από όσες ο μέσος καταναλωτής μπορεί να αφομοιώσει για αυτό.
*Ο Θεόδωρος Γεωργόπουλος είναι Καθηγητής Αμπελοοινικού Δικαίου (Reims), Πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών Εμπειρογνωμόνων του OIV Διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικών Οίνων (ΣΕΟ) και Δικηγόρος

