Λακωνία: Λίγο κρασί, πολλή θάλασσα και καλό φαγητό
Μια επίσκεψη στο ανατολικό, κυρίως, πόδι της Λακωνίας είναι ό,τι πρέπει για χαλαρωτικές καλοκαιρινές ή και φθινοπωρινές διακοπές, με κορυφαίες παραλίες, υπέροχα ορεινά τοπία και καλό φαγητό. Ένα οδοιπορικό που ικανοποιεί τουρίστα και οινοτουρίστα, αρκεί ο δεύτερος να μην το παίζει «οινικός πράκτωρ», με επικίνδυνη αποστολή να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα οινοποιεία σε κάθε μέρα. Ακόμα κι έτσι, όμως, αν η επίσκεψη στη Λακωνία απλωθεί και στη νοτιοανατολική Αρκαδία, πηγαίνοντας ή γυρίζοντας, με παρακάμψεις που αξίζουν και με το παραπάνω, καλύπτει απόλυτα και αυτούς τους σκοπούς. Αλλά και χωρίς τις παρακάμψεις αυτές, η Λακωνία δεν στερείται οινικού ενδιαφέροντος· τα επισκέψιμα οινοποιεία της μπορεί να μην είναι πολλά, διαθέτει όμως ποικίλους αμπελώνες, ενδιαφέροντα κρασιά και πολύ καλό φαγητό.
Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με την απαραίτητη προετοιμασία που χρειάζεται το ταξίδι, τόσο τουριστικά όσο και οινοτουριστικά, ώστε η απόλαυση να φτάσει στο έπακρο.
Οινοτουριστική προετοιμασία
Ο σωστός οινοτουρίστας, πριν καταφθάσει σε μια οινοπαραγωγική περιοχή, φροντίζει να ενημερωθεί για τα οινοποιεία της και, γενικότερα, για ό,τι αφορά το αμπέλι και το κρασί εκεί. Επισήμως, στον ιστότοπο της Ένωσης Οινοπαραγωγών του Αμπελώνα της Πελοποννήσου (ΕΝΟΑΠ), εδώ, προτείνονται για τη Λακωνία 3 από τις οινοποιίες της περιοχής: η Οινοποιητική Μονεμβασιάς (Τσιμπίδη), το Κτήμα Θεοδωρακάκου και η Lacovino .
Συνοπτικά, η Λακωνία διαθέτει καλοφτιαγμένους αμπελώνες ―πεδινούς, ορεινούς και παραθαλάσσιους― με γηγενείς, καλά εγκλιματισμένες ποικιλίες αμπέλου (κυδωνίτσα, μαυρούδι, μονεμβασιά). Διαθέτει, επίσης, σύγχρονα οινοποιεία, που δίνουν από άκρως ενδιαφέροντα έως και εμβληματικά κρασιά, όπως το ΠΟΠ Μονεμβασία–Malvasia. Εκεί συναντάς και άλλες ελληνικές ποικιλίες (αγιωργίτικο, ασύρτικο, φιλέρι, μαλαγουζιά), ενώ οι διεθνείς ποικιλίες, αν και υπάρχουν, δεν καλλιεργούνται σε μεγάλη κλίμακα. Πάνω απ’ όλα, όμως, η Λακωνία έχει τους ανθρώπους της: τους Λάκωνες οινοποιούς και τις ομάδες τους, που είναι φιλόξενοι και δεμένοι με τον τόπο και τα προϊόντα του.
Ένα ακόμα κεφάλαιο που ενδιαφέρει τον οινοτουρίστα είναι οι χώροι εστίασης με καλή λίστα εμφιαλωμένων κρασιών, ιδίως τοπικών. Σε αυτό το κομμάτι, στη Λακωνία, όπως και γενικότερα στην Πελοπόννησο, η κατάσταση βελτιώνεται μεν συνεχώς, αλλά με αργούς ρυθμούς. Έτσι, όπου δεν υπάρχει εμφιαλωμένο κρασί, καλό είναι να έχετε μαζί σας το δικό σας (τοπικό, φυσικά), εξηγώντας στο χώρο εστίασης ότι αν υπήρχε στη λίστα θα το παραγγέλνατε εκεί. Σπάνια θα συναντήσετε αντιρρήσεις. Με λίγη οργάνωση ―ένα ψυγειάκι θαλάσσης και, οπωσδήποτε, σωστά ποτήρια― το λευκό ή ροζέ κρασί που συνήθως χρειάζεστε το καλοκαίρι (ή και το δροσερό κόκκινο) θα είναι παγωμένο, αγορασμένο από οινοποιεία ή κάβες, που δεν λείπουν από τη Λακωνία. Βέβαια, όταν υπάρχει λίστα κρασιών στο εστιατόριο, καλύτερα να επιλέγετε από αυτήν, δίνοντας προτεραιότητα στα τοπικά.
Ανεξάρτητα από το κρασί, το φαγητό έχει για τον οινοτουρίστα κεφαλαιώδη σημασία. Στη Λακωνία ισχύει ό,τι και παντού: όποιος ψάχνει, βρίσκει. Ο τρόπος είναι απλός και διττός: πρώτον, προσεκτική έρευνα στο διαδίκτυο, ιδίως σε άρθρα ειδικών ή έγκριτων μέσων και όχι σε ψηφοφορίες κοινού· δεύτερον, ερωτήσεις σε ντόπιους ή σε γνωστούς μας που εμπιστευόμαστε. Απαραίτητα συστατικά είναι η υπομονή και η διάθεση να οδηγήσετε λίγο παραπάνω. Γιατί όποιος βαριέται να ψάξει πού θα φάει ―και συχνά όποιος βιάζεται―, χάνει!
Η εξειδικευμένη προετοιμασία του υποψήφιου οινοτουρίστα ολοκληρώνεται με την αναζήτηση των ξεχωριστών φαγητών και των σπεσιαλιτέ της περιοχής που πρόκειται να επισκεφθεί. Ευτυχώς, στη Λακωνία οι καλές πρώτες ύλες, τα ποιοτικά προϊόντα και οι ωραίες παρασκευές αφθονούν, πάντα με γνώμονα τη λιτότητα ―ιδίωμα της περιοχής που, όπως είναι γνωστό, φτάνει μέχρι και την αυστηρότητα.

Φρούτα και ζαρζαβατικά, ελιές και φυσικά ελαιόλαδο, ντόπια κρέατα ―εξ ου και το μανιάτικο καπνιστό σύγκλινο, αλλά και τα νόστιμα κατσικάκια―, παράγωγα πτηνοτροφίας και κτηνοτροφίας, όπως αυγά για τους ντόπιους καγιανάδες, και νόστιμα εδώδιμα τυριά, π.χ. η ζαλάκα (σκέτη, σε ντάκο ή σε γρήγορες πίτες όπως το τσαΐτι) είναι μερικά από τα λακωνικά καλούδια. Όλα αυτά, μαζί με ολόφρεσκα και πεντανόστιμα ψάρια και θαλασσινά από τις γύρω θάλασσες ―κάποια ονομαστά, όπως το χταπόδι της Νεάπολης― αλλά και μέλι, βότανα και μυριστικά από τα βουνά, συνθέτουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παλέτα. Ας μην ξεχάσουμε και τα επίσης απλά γλυκά: δίπλες, παστέλια και αμυγδαλωτά.
Τουριστική προετοιμασία
Κάθε οινοτουρίστας που σέβεται τον εαυτό του δεν ξεχνά πως είναι και κανονικός τουρίστας. Αν θέλει, λοιπόν, να χαρεί τον τόπο που επισκέπτεται, πρέπει να προετοιμάσει το ταξίδι του ώστε να μη χάσει όσα ο τόπος αυτός μπορεί να του προσφέρει, ανάλογα πάντα με το γούστο, τις επιθυμίες και τις ανάγκες.
Προετοιμάζοντας, λοιπόν, το ταξίδι στη Λακωνία, καταλαβαίνεις γρήγορα πως η περιοχή «λακωνίζει» ως προς τις χάρες της. Δεν κομπάζει για αυτές, όπως π.χ. κάνουν ―αν και όχι άδικα― η Χαλκιδική, το Πήλιο ή η Δυτική Ελλάδα (Θεσπρωτία και Πελοπόννησος), για να αναφερθούμε μόνο στην ηπειρωτική χώρα. Ωστόσο, κορυφαία ατού της Λακωνίας είναι τα τοπία της, ορεινά, πεδινά και θαλασσινά, οι αμμώδεις, βοτσαλωτές ή βραχώδεις παραλίες της, συχνά μοναδικές έως και εξωτικές, και βέβαια τα όρη της. Ο γοητευτικός Πάρνωνας και ο επιβλητικός Ταΰγετος, με τα υπέροχα χωριουδάκια τους, αν και οι στροφές τους μπορεί να κουράσουν και να κάνουν τους επιβάτες να γκρινιάζουν μέχρι και ενοχλητικά, προσφέρουν εξαιρετικές ορεινές εικόνες. Με μοναδική θέα και πρόσβαση σε λακωνικές παραλίες, πολλές είναι οι περιπτώσεις που κόβουν την ανάσα. Βεβαίως, τα σκήπτρα της μοναδικότητας και του επισκέψιμου ενδιαφέροντος στη Λακωνία κρατούν η Μονεμβασιά, ο βράχος-καστροπολιτεία που απέκοψε σεισμός τον 4ο μ.Χ. αιώνα, ο Μυστράς, μνημείο της Unesco, η Ελαφόνησος, με τα λουλακί-σμαραγδένια, εξωτικά νερά της, και τα λακωνικά σπήλαια, με πιο γνωστό το πλωτό σπήλαιο Διρού (πολύ ενδιαφέρον είναι και το σπήλαιο Καστανιάς, , ηλικίας τριών εκατομμυρίων ετών).

Πιο αναλυτικά, η Λακωνία, στα νοτιοανατολικά της Πελοποννήσου, αποτελείται από δύο πόδια που στην κορυφή τους ενώνονται, σχηματίζοντας ένα σχήμα που θυμίζει δόντι. Στην άκρη του δυτικού ποδιού βρίσκεται το πιο νότιο χερσαίο σημείο της Ελλάδας και της Ευρώπης, το ακρωτήριο Ταίναρο, με τον όμορφο φάρο, Κάβο Ματαπά). Ανάμεσα στα δύο πόδια εκτείνεται ο λακωνικός κόλπος. Στο δυτικό πόδι βρίσκεται η πρωτεύουσα, η θρυλική Σπάρτη, μια πόλη με καλή ρυμοτομία που αξίζει εξερεύνηση, όπως και η γύρω περιοχή, με σημεία ενδιαφέροντος όπως το Μουσείο ελιάς και ελαιολάδου και οι Αμύκλες. Στην ίδια πλευρά συναντάμε και την περίφημη, ηλιοκαμένη και πετρόκτιστη Λακωνική Μάνη, με τη χάρμα ιδέσθαι Αρεόπολη και τα πανέμορφα χωριά Λιμένι, Οίτυλο, Γερολιμένας και Βάθεια, προς το μεσσηνιακό κόλπο, αλλά και Κότρωνας και Πόρτο Κάγιο προς τον λακωνικό κόλπο. Η Λακωνική Μάνη, με την άγρια ομορφιά της, αποτελεί ισχυρό πόλο έλξης, όπως και το γραφικό, παραθαλάσσιο Γύθειο. Οδεύοντας προς το ανατολικό πόδι της Λακωνίας, περνάμε από την εύφορη κοιλάδα του ποταμού Ευρώτα (πεδινή Λακωνία) και τις περιοχές Σκάλα και Έλος. Ο ποταμός ποτίζει ελαιώνες, δέντρα εσπεριδοειδών αλλά και καλλιέργειες όπως πιπεριές, ντομάτες και μελιτζάνες, που νοστιμίζουν τους καρπούς τους. Στο ανατολικό πόδι μεγαλύτερη πόλη είναι η Νεάπολη, θαλασσινή πύλη για τα πανέμορφα Κύθηρα, αλλά και ορμητήριο για την Ελαφόνησο). Η Νεάπολη είναι γνωστή και ως Βάτικα, εξ ου και τα περίφημα βατικιώτικα κρεμμύδια. Όπως και η Σπάρτη, αξίζει να εξερευνηθεί, μέσα και γύρω, μέχρι τον όμορφο φάρο Μαλέα στον Κάβο Μαλιά. Πολλά είναι τα χωριά και οικισμοί της Λακωνίας στα ορεινά (Καρυές, Γεράκι, Γεωργίτσι), στα πεδινά, αλλά και σε παραθαλάσσια μέρη, που αφήνουν τον επισκέπτη έκθαμβο. Ενδεικτικά, προς το Μυρτώο πέλαγος, τα μοναδικής ομορφιάς Κυπαρίσσι και Γέρακας ―το πρώτο ειδυλλιακό, το δεύτερο με φιόρδ, τα μοναδικά στην Ελλάδα― και προς τον λακωνικό κόλπο τα Ελαία (Ελιά), Πλύτρα, Αρχάγγελος, με πιο κοσμοπολίτικο ή πιο ήπιο χαρακτήρα.
Η όχι ιδιαίτερα κουραστική οινοτουριστική διαδρομή στη Λακωνία που ακολουθεί, με παρακάμψεις σε διάφορα ενδιαφέροντα σημεία της νοτιοανατολικής Αρκαδίας, είναι μόνο ένα από τα πολλά οδοιπορικά πουμπορεί να χαράξει κάποιος σε αυτά τα πανέμορφα μέρη. Ωστόσο, η επιλογή αυτή θεωρείται πραγματικά εξαιρετική και συνιστάται ανεπιφύλακτα.
Το ταξίδι
Μετά τον επί χάρτου σχεδιασμό, ο αρχικός προορισμός στη Λακωνία είναι το μοναδικής ομορφιάς Κυπαρίσσι και η παραλία του. Η πρόσβαση απαιτεί αρκετά χιλιόμετρα ορεινών στροφών, αλλά το βουνίσιο τοπίο εξαιρετικής ομορφιάς αποζημιώνει, ενώ οι ευωδιές του τόπου επιβάλλουν τον κλιματισμό να μείνει στο off και τα παράθυρα του αυτοκινήτου ανοιχτά.
Όσα ακούγονται για το Κυπαρίσσι από τους επισκέπτες του είναι λίγα ―και ακούγονται πολλά. Η ομορφιά του είναι απαράμιλλη και η εικόνα της βασικής παραλίας, της Μεγάλης Άμμου, εκπληκτική: γαλανά, κρυστάλλινα νερά με σιελ αποχρώσεις, λευκά βότσαλα, θέα προς μεγάλα πέτρινα κτήρια και το ύψωμα πάνω από αυτά, με βλάστηση που θυμίζει κεντρική Ιταλία.

Η παραλία είναι ιδανική για επίσκεψη και μπάνιο, αλλά για πολυήμερη διαμονή ίσως να κουράσει. Προτείνεται λοιπόν μόνο για στιγμές έμπνευσης, π.χ. για συγγραφή βιβλίου ή σύνθεση μουσικής, ή διακοπές με πρόσφατο έρωτα, πάντα συνοδεία αρκετών φιαλών κρασιού!
Λοξοκοιτάζοντας προς Αρκαδία
Ο έρωτας με το Κυπαρίσσι μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε… απιστία. Η Λακωνία μπορεί προσωρινά να εγκαταλειφθεί, ώστε να προσεγγιστεί η Αρκαδία, η Νότια Κυνουρία, προς το βορρά, για διαμονή στον Τυρό και, κυρίως, για τις παραλίες της περιοχής. Πρώτη στάση το Φωκιανό, προς το Μυρτώο πέλαγος, με τη δική του ορεινή διαδρομή, λιγότερο απαιτητική σε στροφές από το Κυπαρίσσι.

Η άφιξη αποκαλύπτει ανοιχτόχρωμα βότσαλα που λόγω κλίσης σχεδόν κρύβουν τη θάλασσα, ενώ λίγα βήματα πιο πέρα ξεδιπλώνεται η μεγαλόπρεπη ημικυκλική παραλία με τα τρίχρωμα νερά και τη χαμηλή βλάστηση στα μετόπισθεν.
Επόμενος στόχος μια περισσότερο άγρια παραλία, ο Κίσακας, ακόμα βορειότερα, προς Τυρό.

Πριν φτάσεις, μπορείς να κάνεις παράκαμψη στη Σαμπατική, ένα γραφικό λιμανάκι, κι αυτό με παραλία, μόλις 1 χιλιόμετρο από τον κεντρικό δρόμο, πριν συνεχίσεις προς Κίσακα. Η παραλία βρίσκεται απέναντι από τις Σπέτσες και αποτελεί αφετηρία για μονοήμερες εκδρομές εκεί ή και προς Ύδρα, ξεκινώντας από Τυρό ή Άστρος Κυνουρίας. Στον Κίσακα κατεβαίνεις έναν σύντομο αλλά ελαφρώς δύσκολο χωματόδρομο ―χωρίς να χρειάζεται 4Χ4― και με λίγη πεζοπορία φτάνεις σε μια άγρια και βραχώδη παραλία. Τα κυπαρίσσια στους λόφους συναντούν τα γκρι βότσαλα, δημιουργώντας μια σκηνή απομόνωσης από έγνοιες και σκέψεις, που αντισταθμίζει την κάπως δύστροπη κατάβαση. Οι παραλίες αυτής της πλευράς της Αρκαδίας δεν σταματούν εδώ. Η Λιγεριά ή Λιγαριά απαιτεί κατέβασμα μονοπατιού από τον λόφο πάνω από τη θάλασσα, λίγη ώρα κατάβαση και τριπλάσιο χρόνο ανάβαση. Το αυτοκίνητο αφήνεται κοντά στους ανεμόμυλους στον δρόμο προς Τυρό, από όπου προσεγγίζεις παραλιακά τον προορισμό.
Στον Τυρό μπορείς να περπατήσεις στη στενή παραλία, να θαυμάσεις τον αιωνόβιο πλάτανο δίπλα στη θάλασσα, να γευτείς παραδοσιακούς λουκουμάδες πάνω στα βότσαλα και να κάνεις μπάνιο στην όμορφη γαλαζοπράσινη παραλία Τηγάνι. Δικαιολογώντας οινοτουριστικά την προαναφερόμενη απιστία στη Λακωνία, μπορείς να φτάσεις μέχρι το Άστρος Κυνουρίας, μισή ώρα βορειότερα, όπου σε περιμένουν ενδιαφέρουσες παραλίες όπως το Κρυονέρι. Μετά από περίπατο στον πεζόδρομο και την παραλία του Άστρους, μπορείς να συνεχίσεις προς το Κτήμα Τσέλεπου. Απέχει μόνο άλλη μισή ώρα δυτικά, προς το βουνό, μέσω Ε.Ο. Τρίπολης – Παραλίου Άστρους και άλλων παρακαμπτήριων δρόμων, φτάνοντας στη διασταύρωση για Ρίζες και Άνω Δολιανά.
Για όλα αυτά απαραίτητος συνοδοιπόρος είναι το καλό φαγητό, είτε για πριν είτε για μετά την παραλία. Για αυτό, πρώτος προορισμός είναι το Λεωνίδιο και το εστιατόριο Μητρόπολη, όπου η τσακώνικη μελιτζάνα φτάνει στην επιτομή της γεύσης.

Άλλωστε, στην περιοχή αυτή η τσακώνικη διάλεκτος φαίνεται ακόμα και στις ταμπέλες της οδικής σήμανσης και μπράβο, καθώς είναι στοιχείο της τοπικής παράδοσης. Επιστρέφοντας, όμως, στη νόστιμη αυτή μελιτζάνα, πρέπει να πούμε πως εδώ γίνεται «λουκούμι» με κατσικάκι κοκκινιστό ή όπως τηγανίζεται μαεστρικά, συνοδευόμενη από σάλτσα φρέσκιας ντομάτας.
Για ψάρια και θαλασσινά, η παραθαλάσσια Πλάκα Λεωνιδίου και η ονομαστή Ταβέρνα του Ψαρά είναι η επόμενη στάση. Ο γαύρος μαρινάρεται σκορδάτα αλλά όχι υπερβολικά ή τηγανίζεται τραγανά, απελευθερώνοντας τη μοναδική γεύση του Μυρτώου πελάγους. Οι κολοκυθοκεφτέδες είναι αφράτοι, το χταπόδι μαλακό και ξυδάτο, ενώ ο γάμος γαρίδας με κριθαράκι γίνεται αξέχαστος, με κουμπάρα μια αναζωογονητικά ξινούτσικη σάλτσα φρέσκιας ντομάτας.
Αξιοσημείωτη είναι, όμως, και η ατμόσφαιρα του Λεωνιδίου. Τα παλιά σημεία της πόλης, με κεραμοσκεπές, δρομάκια χωρίς αυτοκίνητα από κάποια ώρα μετά και αρχοντικά που αγκαλιάζονται από τους χαρακτηριστικά κοκκινοπούς ορεινούς όγκους (οι τελευταίοι είτε σε πνίγουν είτε σε γοητεύουν). Μέχρι και αιωνόβιες ελιές συναντάς μέσα στην πόλη, που μαζί με τη γραφική παραθαλάσσια Πλάκα αξίζουν πολλές ποδαράτες βόλτες.
Η εξωτική επιστροφή στη Λακωνία: Ελαφόνησος
Αφού στο ταξίδι η θάλασσα είναι από τους πρωταγωνιστές, η Λακωνία, είτε αντιληφθεί είτε όχι την ενδεχόμενη και πρόσκαιρη απουσία του ταξιδιώτη, μόλις σε υποδεχθεί ξανά θα βαλθεί να σε θαμπώσει και θα το καταφέρει! Θα επιστρατεύσει το βαρύ παραλιακό της, την Ελαφόνησο. Για να φτάσεις, όμως, πρέπει να κατευθυνθείς στην Πούντα, μετά από περίπου τρεις ώρες δρόμο από τον Τυρό, με όμορφες ορεινές διαδρομές αλλά και στροφές που μπορεί να ενοχλήσουν. Τα φέρι μποτ από Πούντα φεύγουν συνήθως ανά μισή ώρα, ενώ σε ώρες και μέρες αιχμής η αναμονή μπορεί να είναι μεγάλη.

Η διαδρομή με το φέρι διαρκεί μόλις 8 λεπτά. Ανάλογα με τον άνεμο, οι βασικές επιλογές παραλιών είναι δύο: η πασίγνωστη παραλία του Σίμου και η Παναγιά (Παναγίτσα), λιγότερο από 5 χιλιόμετρα από το λιμάνι η κάθε μία, ενώ συνδέονται μεταξύ τους με μικρή απόσταση. Αμφότερες είναι εξωτικές, με αμμόλοφους και λουλακί-σμαραγδένια νερά, που γίνονται εντελώς διάφανα στα ρηχά, πριν τα ρουφήξει η χρυσοκίτρινη άμμος.
Στην παραλία του Σίμου υπάρχει το σημείο που μια λωρίδα άμμου ενώνει τη μικρή και τη μεγάλη παραλία (Σαρακήνικο), σαν μικρογραφία της παραλίας Κολώνα στην Κύθνο, αλλά με διαφορετικά χρώματα. Οι θίνες εδώ είναι πιο ψηλές και πιο πολλές, με σχεδόν λευκή άμμο, που δημιουργούν ένα ακόμα πιο εξωτικό τοπίο σε σύγκριση με την Παναγία.
Ωστόσο, η Ελαφόνησος δεν είναι ο μόνος προορισμός για θαλασσινές εμπειρίες περιωπής. Υπάρχει και η Παραλία Πούντας, αριστερά στο δρόμο για το ομώνυμο λιμάνι, λίγο πριν το φέρι για το νησί. Δεν χρειάζεται φέρι, άρα δεν υπάρχουν ναύλα, ουρές ή χρόνος αναμονής, ενώ συχνά έχει λιγότερο κόσμο και λιγότερους ανέμους. Τα νερά της έχουν παρόμοια χρώματα και οι θίνες με τη χρυσαφένια άμμο είναι συγκρίσιμες με της Ελαφονήσου, ενώ το σχήμα της σε “Γ” και η ανηφορίτσα άμμου στο σημείο που αρχίζει η θάλασσα δημιουργούν την αίσθηση εξωτικής παραλίας, σαν καρτ-ποστάλ. Δεν είναι τυχαίο που διοικητικά η περιοχή ανήκει στην Ελαφόνησο. Η Παραλία Πούντας προτείνεται ανεπιφύλακτα και για όσους δεν πείστηκαν υπάρχει ένας ακόμα λόγος: η βραχονησίδα Παυλοπέτρι, μόλις 400 μ. από την παραλία. Εκεί βρίσκεται ένας βυθισμένος οικισμός, ορατός με μάσκα, παλαιότερος των 5 χιλιετιών, που προσφέρει μια μοναδική εμπειρία εξερεύνησης για τους λάτρεις της ιστορίας και της θάλασσας (δείτε σχετικό βίντεο εδώ).
Δύο must λακωνικοί χώροι εστίασης
Πολλά είναι τα άρθρα έγκριτων μέσων και δημοσιογράφων γεύσης με εστιατόρια και ταβέρνες στην περιοχή. Εδώ προτείνονται δύο λιγότερο γνωστοί χώροι εστίασης στη Νεάπολη, την κοντινή μεγάλη πόλη, όπου μπορεί να μείνει κάποιος αν προτιμά να αποφύγει διαμονή στην Ελαφόνησο. Ένας βρίσκεται εντός πόλης και ένας λίγο πιο έξω, στο χωριουδάκι Άγιος Νικόλαος.
Ξεκινάμε από τον δεύτερο, την ταβέρνα-αποκάλυψη Νεράιδα, που βρίσκεται απέναντι από ρεματιά.

Το όνομά της ίσως προήλθε από τα «μαγεμένα» φαγητά της, αλλά στην πραγματικότητα η μαγεία βρίσκεται στη φροντίδα των πρώτων υλών και στον τρόπο που τις χειρίζονται. Ζαρζαβατικά, κρέατα, τυριά, αυγά και άλλα προϊόντα έρχονται από το χωριό και τις γύρω περιοχές, ενώ δικές τους είναι και οι παρασκευές ζυμαρικών, ψωμιού και κρασιού (λευκό σαν «orange», από αυτόχθονες ζύμες, που παρόμοιά του εκτιμώνται δεόντως, παραγόμενα από οινοποιούς φυσικών οίνων).
Τα εκπληκτικά πιάτα περιλαμβάνουν το πιτάρι τσαΐτι, με ντόπιο τυρί και δυόσμο, βατικιώτικα κρεμμύδια στιφάδο, με γεύση προς τσάτνεϊ, μελιτζάνες με χόντρο (τραχανάς) και ντομάτα, που θυμίζει Κύθηρα, χωριάτικη σαλάτα με ντόπιο τυρί, γεμιστοί κολοκυθοανθοί, σαν ποίημα, και χειροποίητες χυλοπίτες με τοπικό βούτυρο και τυρί, που μοσχοβολούν κατά ριπάς. Το δείπνο ολοκληρώθηκε απρόσμενα, με κορμό σοκολάτας τζιαντούγια με πραλίνα και κροκάν φουντουκιού και δύο παγωτά (σοκολάτα και πορτοκάλι με αρμπαρόριζα). Όλα, παρακαλώ, γαλλικής κοπής και από ξεχωριστό, δικό τους, κατάλογο επιδορπίων. Όσο αταίριαστα ακούγονται για το μέρος αυτό, τόσο εξαιρετικά είναι. Η εξήγηση καταλάγιασε την έκπληξη: ο ένας εκ των δύο συνεταίρων της Νεράιδας, κατόπιν μακράς ενασχόλησης με τη ζαχαροπλαστική, κοσμεί τη Νεάπολη με το ομώνυμο ζαχαροπλαστείο. Άναυδοι και άκρως ικανοποιημένοι όσοι τα γεύονται, κατανοούν γιατί η επίσκεψη αμφότερων των Νεραϊδών, ταβέρνας και ζαχαροπλαστείου, είναι μονόδρομος.
Ο άλλος χώρος, εντός Νεάπολης, πλάι στη θάλασσα, στη μέση της παραλιακής περατζάδας, λέγεται «Ο δάσκαλος στο χταπόδι». Προνομιακή θέση έχουν και άλλα γειτονικά μαγαζιά, αλλά κανένα δεν προσφέρει τόσο άρτιο ψητό χταπόδι-σεμινάριο. Όταν η πιατελίτσα του άδειασε, αυτή φορούσε μόνο το άρωμα του, χωρίς ίχνος υγρών πάνω της, αφού αυτά έμειναν εντός της σάρκας του νόστιμου αυτού κεφαλόποδου, κρατώντας το ζουμερό και αφοπλιστικά γευστικό. Αλλά και κατά τα λοιπά, το τσαΐτι είναι πολύ καλό και μαστιχωτό και εδώ, ο ντάκος με ντόπιο τυρί ανταγωνίζεται τον κρητικό, το γαυράκι τηγανίζεται ανάλαφρα και το κρασί χύμα είναι από τη Σαντορίνη (ασύρτικο), αιφνιδιάζοντάς μας. Μαζί με το εστιατόριο Μόνε Μόνε (σημαίνει «σιγά σιγά»), σε λίγο πιο απόμερο σημείο και με πιο εκλεπτυσμένο στυλ, κατάλογο με διεθνείς κατευθύνσεις και, ευτυχώς, εμφιαλωμένα κρασιά, οι 2+1 αυτοί χώροι εστίασης της Νεάπολης δεν πρέπει να βρεθούν εκτός επίσκεψης τουριστών και οινοτουριστών που φτάνουν ως εκεί. Όσο για την ίδια τη Νεάπολη, αν το εσωτερικό της δεν συγκινήσει, η παραλιακή οδός αντέχει μερικές βόλτες τα καλοκαιρινά βράδια, καθώς πεζοδρομείται και δημιουργεί ατμοσφαιρική εμπειρία.
Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Μονεμβασιά
Αντίθετα, η μαγευτική Μονεμβασιά, όσες φορές και να πας, δεν σηκώνει αντιστάσεις.

Παρότι υπάρχει πιο σύντομος δρόμος (θα χρειαστεί για την επιστροφή), αν πάρεις την Ε.Ο. Βελιών – Νεαπόλεως προς Αρχάγγελο μπορείς με μικρές παρακάμψεις να δεις, εκτός από αυτό το όμορφο χωριό, την παραθαλάσσια Πλύτρα και τη λιλιπούτια Ελαία (Ελιά). Όλα αξίζουν επίσκεψη για το χρώμα και την παραθαλάσσια γραφικότητά τους, χωρίς αβρότητες. Από την άλλη μεριά, επιστρέφοντας στην προαναφερόμενη Ε.Ο. φτάνεις Βελιές, 7 λεπτά με το αυτοκίνητο από την πιο γνωστή οινοποιία της περιοχής, την Οινοποιητική Μονεμβασιάς (Τσιμπίδη). Η γνωριμία με τους φιλόξενους και ευγενικούς ανθρώπους της, η δοκιμή των όλο και πιο ενδιαφέροντων κρασιών, με νέες και καλοφτιαγμένες ετικέτες και, βέβαια, η αγορά όσων επιλεγούν, επιβάλλονται και θα ικανοποιήσουν τον οινοτουρίστα.
Παίρνοντας την Ε.Ο. Μονεμβασιάς Κροκεών και μετά από ένα τέταρτο, περίπου, οδήγησης βγαίνεις στο διαμάντι της Λακωνίας που λέγεται Μονεμβασιά. Οι βόλτες στα σοκάκια (πάντα απόγευμα, γιατί η ζέστη είναι συνήθως πολλή το καλοκαίρι), στην κάτω και την άνω πόλη (αξίζουν οι ανηφοριές), τα μαγαζάκια, η θέα από το μπαράκι του ξενοδοχείου Malvasia και το βγάλσιμο στη θάλασσα από το Πορτέλο είναι πάντα must. Μπορείς να τα επαναλάβεις πολλάκις, σαν μωρό που βλέπει συνέχεια την ίδια παιδική ταινία. Οι προτάσεις για φαγητό πολλές και κάποιες άξιες προς πειραματισμούς. Αλλά η κλασική Ματούλα παραμένει νόστιμη και ασφαλής. Γιατί και καλοφτιαγμένα πιάτα έχει και κάποια ντόπια προτείνει. Αν έχεις τύχη ή τα υπολογίσεις σωστά, βλέπεις και κατακόκκινο το φεγγάρι να ανατέλλει μέσα από τη θάλασσα, τεράστιο, πλάι στην αυλή της ταβέρνας. Τι άλλο θες, εμφιαλωμένα κρασιά; Έχει (και τοπικά) και εάν τυχαία δεις στα ενδότερα, συντηρεί τις φιάλες σωστά. Ευκολότερος γυρισμός στη Νεάπολη σε περίπου 40 λεπτά, από άλλο δρόμο, την Ε.Ο. Μονεμβασιάς – Νεάπολης, με μπόλικα σημεία όμορφης θέας στον κόλπο Επιδαύρου λιμηράς (με το βράχο της Μονεμβασιάς συχνά εντός κάδρου).
Επιστροφή μέσω Γυθείου
Αρχάγγελο, Πλύτρα και Ελαία (Ελιά) γίνεται να πας και φεύγοντας προς Αθήνα ή Γύθειο, εάν είναι και αυτό στο πρόγραμμα (και γιατί όχι;)

Γλιτώνεις, έτσι, τις παρακάμψεις της προηγούμενης διαδρομής με το οινοποιείο. Σε κάθε περίπτωση, περνάς από την εύφορη κοιλάδα του Ευρώτα και φτάνοντας το χωριό Έλος, πριν τη Σκάλα, κάνεις μια σύντομη παράκαμψη ανατολικά (Ε.Ο. Μονεμβασιάς Κροκεών). Σε πάει προς Βλαχιώτη, για επίσκεψη στη σχετικά νεαρή, ακόμα, αλλά πολύ δυναμική οινοποιία Lacovino, για μακρά ξενάγηση, δοκιμή και αγορά των προσεγμένων κρασιών της.
Επιστρέφοντας προς Σκάλα, ο δρόμος για το Γύθειο είναι εύκολος. Όσες φορές κι αν έχεις πάει Γύθειο, αξίζει άλλη μία. Για βόλτα στην παραλιακή μέχρι το φάρο, περπάτημα στην παλιά πόλη, για μπάνιο σε μια πολύ καλή κοντινή παραλία, το Μαυροβούνι, για ψαράκια και θαλασσινά πλάι στη θάλασσα (π.χ. στο 90 Μοίρες ή, για πιο κυριλέ, στο Saga, με συμπαθητική λίστα κρασιών). Αν θέλεις καλή λίστα κρασιών, όχι μόνο τοπικών, πηγαίνεις στο O! Live.

Εκεί θα βρεις διεθνείς γευστικές τάσεις και έμφαση στο κρέας.
Από το Γύθειο δεν φεύγεις χωρίς τα εξαιρετικά ζυμαρικά με αυγά και γάλα και τον τέλειο τραχανά με προζύμι, ακόμα και ολικής άλεσης, της Μανιατοπούλας (οδός Ερμού). Είναι αστείο που ακόμα και το ονοματεπώνυμό της παραπέμπει από μόνο του σε σιτηρά και άλευρα (Δήμητρα Μυλωνάκου), ενώ οι μυρωδιές του εργαστηρίου σε ξεσηκώνουν. Σε κάνουν να θες να τα πάρεις όλα ―και δεν θα έχεις άδικο να το πράξεις. Έτσι κι αλλιώς, αργούν να λήξουν. Αν δεν το κάνεις, θα το μετανιώσεις μαγειρεύοντας το πρώτο πιάτο.
Τέλος, παίρνοντας το γυρισμό για Αθήνα (Ε.Ο. Σπάρτης – Γυθείου), λίγο μετά τα Χάνια Βασιλακίου, βρίσκεις το Κτήμα Θεοδωρακάκου, τον τελευταίο οινικό σταθμό της Λακωνίας (στο Δαφνί). Είναι, σαφώς, ανάμεσα στα πιο γνωστά οινοποιεία της περιοχής, αν και αυτά δεν είναι τα μόνα —υπάρχει, π.χ., το Οινοποιείο Βατίστας Ιωάννης, στο Λάχι Νεαπόλεως. Οι αξιαγάπητοι άνθρωποι του Κτήματος Θεοδωρακάκου λατρεύουν την τέχνη, ενώ ο πέτρινος πύργος τους, μανιάτικης αισθητικής, είναι ό,τι πρέπει για μια τελευταία επαφή με τη Λακωνική Μάνη. Ίσως αυτό είναι το πιο τυχερό οινοποιείο του λακωνικού οδοιπορικού, γιατί όσα από τα κρασιά του αγοραστούν θα μείνουν για την Αθήνα.
Ωστόσο, ο έξυπνος οινοτουρίστας προγραμματίζει τι θα πιει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του —στους χώρους εστίασης που δεν έχουν εμφιαλωμένο κρασί, στις παραλίες, στα καταλύματα και αλλού— πάντα λελογισμένα, με μέτρο και ελάχιστα πριν οδηγήσει. Διότι έτσι θα του μείνουν από παντού κρασιά-οινικές αναμνήσεις και για το σπίτι. Τα ικανά προς παλαίωση πρέπει να αγοράζονται και σε ικανές ποσότητες...
Για τους φανατικούς του οινοτουρισμού, που δεν τους έφτασαν τα οινοποιεία, πολύ μικρή παράκαμψη από το δρόμο της επιστροφής, πριν φτάσουν στη Νεστάνη, θα τους οδηγήσει σε άλλα δύο αρκαδικά και, μάλιστα, άκρως ενδιαφέροντα. Πρόκειται για την Οινοποιία Τρουπή και το Κτήμα Σπυρόπουλος, που μαζί με το προαναφερόμενο Κτήμα Τσέλεπου συμπληρώνουν τις προτάσεις επισκέψιμων οινοποιείων στην όμορφη παράκαμψη προς Αρκαδία.

