Η κουλούρα Σαντορίνης ξαναγράφει το μέλλον: Από την παράδοση στο EKOS-G
Τα τελευταία χρόνια ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και στους αμπελώνες της ηπειρωτικής Ελλάδας. Μαζί με τις παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες, καταγράφονται και αισθητά μειωμένα ετήσια ποσοστά βροχόπτωσης, ενώ και οι χειμερινές χιονοπτώσεις μειώνονται. Μάλιστα, τα δύο τελευταία χρόνια θύμισαν την αμπελουργική σεζόν 2000-2001, με λίγες χειμερινές βροχοπτώσεις και πολύ υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι τέτοιες χρονιές θα επαναλαμβάνονται με ακόμα μεγαλύτερη συχνότητα, γεγονός που προκαλεί έντονο προβληματισμό.
Ένα παραδοσιακό και κατ’ αποκλειστικότητα ελληνικό σύστημα διαμόρφωσης της αμπέλου, η κουλούρα Σαντορίνης, έχει δείξει τον δρόμο της καλλιέργειας σε τέτοιες αντίξοες συνθήκες ανομβρίας και υψηλών θερμοκρασιών. Με άξονα το εν λόγω σύστημα, ερευνήθηκαν και δοκιμάστηκαν σε περιοχές εκτός νησιού τρόποι και μέθοδοι ώστε τα πλεονεκτήματα της κουλούρας να βρουν εφαρμογή και εκεί, αλλά με την κατάλληλη προσαρμογή. Αποτέλεσμα ήταν ένα «υβριδικό» σύστημα διαμόρφωσης της αμπέλου, το EKOS-G. Εκτός από την ποικιλία ασύρτικο, που αποτέλεσε πυλώνα των εν λόγω προσπαθειών, ενθαρρυντικά αποτελέσματα διαφάνηκαν και στις ποικιλίες βιδιανό, κυδωνίτσα, μαλαγουζιά, μοσχάτο Αμβούργου, φωκιανό, λημνιό, μαυρούδι, Macabeo, Malvasia Aromatika, Pinot Noir, Syrah και Viogner.

Μετά από περισσότερα από 20 χρόνια ενασχόλησης με τον αμπελώνα της Σαντορίνης, έναν από τους πιο εμβληματικούς της Ελλάδας με παγκόσμια ακτινοβολία, η πρώτη επαφή με αυτόν παραμένει ανεξίτηλη: η αίσθηση πως πρόκειται για ένα καταφανώς «περίεργο» αμπελουργικό περιβάλλον. Οι αμπελώνες εκτείνονται σε εδαφολογικά νέα ηφαιστιογενή άσπρα εδάφη, με τα φυτά να απλώνονται στο έδαφος χωρίς κάποιο είδος στήριξης. Το κλίμα είναι ακραία ξηρικό, με ετήσια βροχόπτωση, στις καλύτερες χρονιές, τα 300 χιλιοστά, ενώ οι δυνατοί άνεμοι δέρνουν άγρια το νησί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Σε αυτό το περιβάλλον, το ιδιόμορφο παραδοσιακό σύστημα διαμόρφωσης πρέμνων, η γνωστή κουλούρα Σαντορίνης, είναι σήμα κατατεθέν του νησιού, όπου πάνω από το 90% των αμπελουργικών εργασιών γίνονται χειρωνακτικά.
Πρόκειται για κάτι που δεν συναντάται σε καμία άλλη αμπελουργική ζώνη, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Για να εγκλιματιστεί κάποιος στις ιδιαίτερες συνθήκες μιας τέτοιας αμπελουργίας πρέπει να γνωρίσει από κοντά την εμπειρία εργασίας σε τέτοιους αμπελώνες. Ο καλύτερος τρόπος είναι η επαφή με τους ντόπιους αμπελουργούς, σε συνδυασμό με την αναζήτηση βιβλιογραφίας για άλλες αμπελουργικές ζώνες που αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο τις χειρίζονται.
Πουθενά αλλού στον κόσμο η κουλούρα Σαντορίνης
Παρόμοια αμπελουργία συναντάται στα Κανάρια Νησιά της Ισπανίας, στο Γκολάν του Ισραήλ και στα νησιά Αζόρες της Πορτογαλίας. Σε αυτά τα μέρη οι αμπελουργοί έχουν ανακαλύψει τρόπους να προστατεύουν τους αμπελώνες τους από τον δυνατό αέρα και την έντονη ηλιοφάνεια. Στα Κανάρια Νησιά, για παράδειγμα, σκάβουν για να φυτέψουν το σταφύλι σε βαθιούς λάκκους, μέσα στα ηφαιστειακά μαύρα χώματα, χωρίς καμία στήριξη. Στις Αζόρες, αντίστοιχοι λάκκοι περιβάλλονται από τοίχους ξερολιθιάς. Στο Γκολάν απλώνουν τις βέργες στο έδαφος και τις μαζεύουν σε ένα δέμα, το οποίο παγιδεύεται στο έδαφος με διάφορα δακτυλίδια.
Όπως και στην περίπτωση της Σαντορίνης, μετά το κλάδεμα δεν πραγματοποιούνται χλωρά κλαδέματα (παλιότερα, στη Σαντορίνη γινόταν ενίοτε ένα κορφολόγημα μετά τη γονιμοποίηση). Ειδικά στη Σαντορίνη, όπου τα εδάφη έχουν κατά βάση αμμώδη δομή, η χρήση της κουλούρας αποδείχθηκε μια έξυπνη λύση για τη δημιουργία ενός έντονου και πυκνού φυλλώματος, του λεγόμενου φυλλικού τοίχους. Αυτό το σύστημα διαμόρφωσης είναι μοναδικό. Δεν θα το συναντήσουμε πουθενά αλλού, όσο κι αν ψάξουμε. Βέβαια, όλα ξεκινούν από τη φυσική αντίδραση του φυτού, το οποίο, απλωμένο στο έδαφος, έχει την τάση να κουλουριάζεται υπό την πίεση των δυνατών ανέμων.
Ο άνεμος στη Σαντορίνη, όταν φτάνει στις γνωστές αιγαιοπελαγίτικες εντάσεις, εξελίσσεται σε πραγματική αμμοβολή, αφού σηκώνει με ευκολία τα αμμώδη εδάφη. Η άμμος φτάνει το ένα μέτρο ύψος και έχει τέτοια δύναμη που διαπερνά οτιδήποτε πράσινο. Το πυκνό φύλλωμα της κουλούρας προστατεύει εν μέρει τα μούρα από τους μανιασμένους ανέμους του Απριλίου και του Μαΐου, που είναι συχνοί και κάποτε καταστροφικοί. Ωστόσο, αυτοί οι δυνατοί άνεμοι προστατεύουν το φυτό από παθογόνους παράγοντες και ασθένειες, καθώς διαπερνούν το φυλλικό τοίχος και αερίζουν καλά το καλάθι, το οποίο σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη παθογόνων και ασθενειών, όπως το ωίδιο και ο περονόσπορος.
Το παράδοξο της κουλούρας Σαντορίνης και οι επιπτώσεις στον καρπό
Υπό τέτοιες, περίπου, αντίξοες συνθήκες επιβιώνουν οι αμπελώνες της Σαντορίνης, αλλά μεγαλουργούν, τελικά. Τι συμβαίνει, λοιπόν, με τον καρπό των θαυμαστών φυτών τους, που οδηγεί στα περίφημα κρασιά του νησιού; Δοκιμάζοντας τα λευκά αυτά κρασιά, τα οποία παράγονται από τον καρπό φυτών με πρέμνα σε διαμόρφωση κουλούρας και λόγω των ασυνήθιστων κλιματικών συνθηκών που καλούνται να αντιμετωπίσουν, διακρίνουμε, μια έκφραση προσωπικότητας η οποία είναι διαφορετική και μοναδική.
Γιατί αυτό που εντυπωσιάζει εξ αρχής στα λευκά κρασιά της Σαντορίνης είναι αυτή η έντονη προσωπικότητά τους, που εκφράζεται μοναδικά και συνοδεύεται πάντα από μια ευχάριστη και χαρακτηριστική ζωηρότητα. Είναι τέτοια που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό τα κρασιά των περιοχών Chablis και Jura της Γαλλίας και τα Riesling της Γερμανίας. Ωστόσο, αυτά είναι κρασιά περιοχών με εντελώς διαφορετικές κλιματικές συνθήκες από αυτές της Σαντορίνης.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλεί η σύγκριση των χαρακτηριστικών της κύριας ποικιλίας του νησιού για την παραγωγή λευκών κρασιών, του ασύρτικου, όπως εκφράζεται στον αμπελώνα της Σαντορίνης και σε αυτούς της ηπειρωτικής Ελλάδας. Πιο συγκεκριμένα, στη Στερεά Ελλάδα ή και βορειότερα, στη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου το μακροκλίμα και τα μεσοκλίματα των επιμέρους περιοχών διαφέρουν ξεκάθαρα. Για παράδειγμα, τα επίπεδα υγρασίας τόσο στο έδαφος όσο και στον αέρα είναι αρκετά υψηλότερα εκτός Σαντορίνης. Αντίθετα, η ηλιοφάνεια είναι σημαντικά χαμηλότερη, ενώ τα εδάφη της ηπειρωτικής Ελλάδας είναι πιο σκούρα και δεν αντανακλούν τη θερμότητα όπως τα ανοιχτόχρωμα εδάφη του νησιού. Επιπλέον, στην ηπειρωτική Ελλάδα έχουμε σημαντικά περισσότερες βροχοπτώσεις, ήπιες επιθέσεις από παθογόνους μύκητες, και τα τσαμπιά δεν τρίβονται στο έδαφος, όπως στη Σαντορίνη. Οι συνθήκες καλλιέργειας, λοιπόν, είναι πιο κοντά σε αυτές ενός ευρωπαϊκού αμπελώνα, όπως π.χ. οι κορυφαίοι προαναφερόμενοι.
Με βάση τους βασικούς κανόνες της αμπελουργίας θα αναμέναμε τα σταφύλια της ηπειρωτικής χώρας να έχουν περισσότερη οξύτητα από αυτά της Σαντορίνης. Αυτό που συμβαίνει, όμως, είναι ακριβώς το αντίθετο: το ασύρτικο, γνωστό για την οξύτητά του, στην ηπειρωτική Ελλάδα σπανίως δίνει καρπό —και κατά συνέπεια κρασιά— με τη φυσική ζωηράδα και την προσωπικότητα που συναντάμε στη Σαντορίνη.
Εδώ αξίζει να υπενθυμίσουμε πως η ψηλή οξύτητα των ποικιλιών ασύρτικο, ξινόμαυρο, Chardonnay, Sauvignon Blanc, Pinot Noir κ.ά. αποτελεί δείκτη ποιότητας και ταυτότητας. Είναι χαρακτηριστικό που αναζητιέται, γενικώς, πόσο μάλλον σε αμπελώνες του ζεστού μεσογειακού νότου, αφού είναι απαραίτητο για κρασιά υψηλής ποιότητας. Βέβαια, η φυσική αυτή οξύτητα δεν εντοπίζεται σε όλες τις ποικιλίες. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, πως ποικιλίες που από τη φύση τους έχουν ψηλή οξύτητα, και που καλλιεργούνται στις κατάλληλες συνθήκες ώστε να την εκφράσουν, σχεδόν πάντα παρουσιάζουν και έντονο αρωματικό προφίλ, επίσης με ξεκάθαρη και έντονη προσωπικότητα.
Συνεπώς, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως το κλειδί για να εκφραστεί η φυσική οξύτητα του ασύρτικου και εκτός Σαντορίνης είναι η δημιουργία ενός μικροκλίματος που θα επιτρέπει στην ποικιλία να αναδείξει την πραγματική της δύναμη (μικροκλίμα καλούμε ό,τι επικρατεί στο άμεσο περιβάλλον κάθε φυτού, δηλαδή του πρέμνου, του φυλλώματος, του τσαμπιού, και επηρεάζεται από τη διαμόρφωση και τις καλλιεργητικές πρακτικές. Το λεγόμενο τερουάρ, είναι αποτέλεσμα της σύνθεσης μακρο-, της ευρύτερης περιοχής, μεσο-, της περιοχής του αμπελώνα, και μικροκλιματικών χαρακτηριστικών, φυσικά, μαζί με το έδαφος).
Η κουλούρα Σαντορίνης είναι πολλά περισσότερα από όσα πιστεύουμε
Το παράδοξο της συμπεριφοράς της ποικιλίας ασύρτικο, η οποία εκτός Σαντορίνης χάνει μέρος της δύναμης και της προσωπικότητάς της, παρόλο που οι εδαφολογικές και οι κλιματικές συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές, οδηγεί σε ένα ερώτημα: η «ανωμαλία» αυτή αποτελεί εξαίρεση στους κανόνες της αμπελουργίας ή σχετίζεται με τις ειδικές συνθήκες στο νησί της Σαντορίνης (τερουάρ); Κάθε άλλο παρά πρόκειται για εξαίρεση, καθώς ο κύριος υπεύθυνος για το εν λόγω «παράδοξο» δεν είναι άλλος από την κουλούρα της Σαντορίνης, η οποία δεν είναι απλώς ένα «αντιανεμικό» μέσο που συγκρατεί και λίγη υγρασία.
Η κουλούρα Σαντορίνης αποκαλύπτεται
Η κουλούρα είναι ένα πλέγμα βεργών που θυμίζει στρογγυλό καλάθι καθισμένο στο έδαφος. Μετά το κλάδεμα με αμολητές χωρίς πόστα (αντικαταστάτη), 2 έως 5 βέργες ανά φυτό πλέκονται μεταξύ τους, όπου η μία πέφτει πάνω στην άλλη, δημιουργώντας τελικά το καλάθι. Την άνοιξη, όταν όλοι οι παραγωγικοί και μη παραγωγικοί οφθαλμοί του φυτού ανοίγουν, σχηματίζεται ένας στρογγυλό τοίχος από πυκνά φύλλα. Σε αυτό το φυλλικό τοίχος δεν εφαρμόζεται χλωρό κλάδεμα —ούτε ξεβλαστάρισμα, ούτε ξεμασκάλισμα, ούτε ξεφύλλισμα, ούτε κορφολόγημα— και έτσι οδηγούμαστε στα εξής σημεία που εξηγούν το «παράδοξο»:
- Για κάθε τσαμπί αντιστοιχεί ένας ασυνήθιστα μεγάλος αριθμός φύλλων: περίπου 30-40 φύλλα. Πρόκειται για τα φύλλα των βεργών από τους μη παραγωγικούς οφθαλμούς ή από τους ταχυφυείς, λαίμαργους βλαστούς.
- Το στάδιο στο οποίο δημιουργούνται οι πρόδρομες ενώσεις των αρωμάτων και των τανινών είναι τρεις εβδομάδες πριν την άνθιση και πέντε εβδομάδες μετά. Η μεγάλη αναλογία φύλλων/τσαμπί σε αυτό το στάδιο αυξάνει τις ποσότητες των προδρόμων ενώσεων.
- Τα οξέα στα φυτά δημιουργούνται από τη γονιμοποίηση έως τον περκασμό. Ο μεγάλος αριθμός μικρών φύλλων που γεννιούνται και αναπτύσσονται σε αυτό το στάδιο λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις ρώγες, ως προς τη διανομή των ουσιών που παράγουν τα μεγάλα φύλλα. Τα μικρά φύλλα τρέφονται και αυτά από τα μεγάλα μέχρι να αυτονομηθούν. Αυτός ο ανταγωνισμός έχει ως αποτέλεσμα μικρότερες ρώγες, με μεγαλύτερη επιφάνεια φλούδας ανά κιλό σταφυλιού. Επειδή στις φλούδες συγκεντρώνονται οι αρωματικές ενώσεις, οι ρώγες είναι πλουσιότερες σε αρώματα και οξέα.
- Στο στάδιο από τον περκασμό έως τον τρύγο τα οξέα μειώνονται, εν μέρει λόγω των ενεργειακών αναγκών του φυτού και εν μέρει λόγω της καταστροφής τους από την έντονη ηλιοφάνεια. Η σκιά που προσφέρει το πυκνό φύλλωμα της κουλούρας περιορίζει την έκθεση στον ήλιο και προστατεύει τα οξέα. Παράλληλα, προστατεύονται και τα αρώματα, καθώς στο στάδιο αυτό τόσο τα αρώματα όσο και το χρώμα της ρώγας είναι ευαίσθητα στην οξείδωση και την απώλεια των χαρακτηριστικών τους λόγω έκθεσης στον ήλιο. Μόνο ποικιλίες πλούσιες σε τερπενικά αρώματα, όπως το μοσχάτο, η μαλαγουζιά, η Malvasia Aromatika κ.ά., ευνοούνται από την ηλιοφάνεια στο τελικό αυτό στάδιο.

Αυτά συμβαίνουν με την κουλούρα Σαντορίνης, τα οποία δεν συνάδουν με την κλασική αμπελουργία της ηπειρωτικής Ελλάδας, όπου το ασύρτικο αντιμετωπίζεται λίγο-πολύ όπως οι υπόλοιπες, γηγενείς και μη, ποικιλίες. Εδώ εντοπίζεται και ο λόγος για τον οποίο το ασύρτικο χάνει μέρος της προσωπικότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εκτός Σαντορίνης. Η κουλούρα, που δημιουργήθηκε κυρίως για την προστασία των φυτών από τον αέρα, αποδεικνύεται ως ο βασικός παράγοντας για την υψηλή ποιότητα του καρπού και κατ’ επέκταση των λευκών, τουλάχιστον, κρασιών του νησιού.
Η Ανυψωμένη Κουλούρα Σαντορίνης» - EKOS-G
Το, ίσως εύλογο, ερώτημα «γιατί να μην εφαρμόζουμε το σύστημα της κουλούρας και στην ηπειρωτική Ελλάδα;» είναι στην πραγματικότητα απλοϊκό. Διότι στην ηπειρωτική Ελλάδα λείπουν οι μανιασμένοι αιγαιοπελαγίτικοι άνεμοι, οι οποίοι στη Σαντορίνη λειτουργούν ως φυσική προστασία από παθογόνους παράγοντες. Συνεπώς, το πρόβλημα στην προσπάθεια δημιουργίας ενός πυκνού φυλλικού τοίχους, όπως αυτό της κουλούρας, είναι ο επαρκής αερισμός. Όποια φυτοπροστασία κι αν εφαρμοστεί, οι επιθέσεις από μύκητες και βακτήρια θα είναι συνεχείς, αδυσώπητες και καταστροφικές.
Γι’ αυτό και τα γνωστά χλωρά κλαδέματα είναι τόσο σημαντικά στην κλασική αμπελουργία και εφαρμόζονται ορθώς στην ηπειρωτική Ελλάδα. Χρειάζεται, επομένως, μια διαφορετική προσέγγιση. Για να υπάρχει επαρκής αερισμός έπρεπε να βρεθεί τρόπος ώστε να δώσουμε περισσότερο ζωτικό χώρο στο φυτό να αναπτυχθεί. Ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό σε έναν αμπελώνα είναι να αυξηθεί μία από τις τρεις διαστάσεις του χώρου και στην προκειμένη περίπτωση αυτή είναι το ύψος.
Συνεπώς, το φυτό πρέπει να οδηγηθεί ψηλότερα. Αυτό απαιτεί τη χρήση ενός ψηλού συστήματος στήριξης, ώστε παρά την αύξηση της φυλλικής επιφάνειας να εξασφαλίζεται ικανοποιητικός αερισμός. Σε ένα τέτοιο σύστημα μπορούν να εφαρμοστούν οι αρχές της κουλούρας και να διατηρηθούν τα πλεονεκτήματά της.
Τέτοια ψηλά συστήματα είναι η Τέντα (tendone), το Ψηλό Ελεύθερο Κορδόνι της περιοχής Ούμπρια της Ιταλίας (Cordone libero ή Cortina Semplice) και το GDC (Geneva Double Curtain). Από αυτά, η Τέντα, αν και ψηλή, δεν αερίζεται καλά και το Ψηλό Ελεύθερο Κορδόνι δεν δημιουργεί έντονη σκιά για την προστασία των τσαμπιών. Αντίθετα, το σύστημα GDC με προσαρμογή των αρχών της κουλούρας εφαρμόζεται με επιτυχία από το 2010 σε διάφορες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας και ονομάζεται Ανυψωμένη Κουλούρα Σαντορίνης – Elevated Kouloura of Santorini - Germanis (EKOS-G). Για αυτήν έχει κατατεθεί αίτηση πατέντας και η σχετική απάντηση είναι σε αναμονή.
Σε αυτό το σύστημα, η κουλούρα τοποθετείται πάνω στα δύο σύρματα του GDC και απλώνεται σε ύψος δύο μέτρων από την επιφάνεια του εδάφους. Αντί, δηλαδή, η κουλούρα να βρίσκεται στο έδαφος, τοποθετείται πάνω στα μοναδικά δύο σύρματα του GDC, λειτουργώντας σαν ανυψωμένο καλάθι. Αμπελώνες σε παράγωγη με το σύστημα EKOS-G, βρίσκονται στην Ξάνθη (Ανατολικός Αμπελώνας - Anatolikos Vineyards), στην Καστόρια (Κτήμα Maggel – Οινοποιείο Κορομηλιά Καστοριά), στη Γουμένισσα (Κτήμα Χατζηβαρύτη - Chatzivariti Winery), στην Πέλλα (Κτήμα Λίγας), στη Θεσσαλονίκη (Moschopolis Winery), στη Χαλκιδική (Αποστακτήρας Λεωνίδας) και αλλού.
Διαφορές κουλούρας Σαντορίνης και EKOS-G
Η διαμόρφωση EKOS-G έδωσε καρπούς με τα χαρακτηριστικά ποιότητας της κουλούρας Σαντορίνης και καλά αποτελέσματα στην οψιμότητα του τρύγου, ενώ η απόδοση της καινοτόμου αυτής διαμόρφωσης είναι διπλάσια, χάρη και στις ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες. Κρούσματα βοτρύτη και όξινης σήψης, που εμφανίζονται στον αμπελώνα της Σαντορίνης λόγω τριψίματος των τσαμπιών στο έδαφος, δεν παρατηρούνται. Επειδή το σύστημα EKOS-G παραμένει γραμμικό, η φυτοπροστασία γίνεται πιο αποτελεσματική και η χρήση μηχανημάτων είναι εφικτή. Επιπλέον, οι αμπελουργικές εργασίες απαιτούν έως και 3 μεροκάματα λιγότερα ανά στρέμμα, ενώ το EKOS-G ευνοεί την εφαρμογή πρακτικών αναγεννητικής αμπελουργίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Ενδεικτικά αποτελέσματα από αναλύσεις σε μούστους, όπου διακρίνεται η θετική επίδραση του συστήματος EKOS-G στον καρπό. Όπως, εύκολα παρατηρείται από τις μετρήσεις, τα αποτελέσματα στους μούστους είναι άκρως ενθαρρυντικά.
|
Αποτελέσματα τρύγου 2024 (ποικιλία ασύρτικο) με το σύστημα διαμόρφωσης EKOS-G |
|||||
|
Οινοποιείο |
Απόδοση σε κιλά/στρέμμα |
Σάκχαρα μούστου (Be) |
pH μούστου |
Οξύτητα σε γρ./λ τρυγικού οξέος προ απολάσπωσης |
Οξύτητα σε γρ./λ τρυγικού οξέος κατόπιν απολάσπωσης |
|
Οινοποιείο Δούκα (Αλμυρός Βόλου) |
850 |
13.6 |
3.01 |
10.9 |
8.02 |
|
Οινοποιείο Παναγιωτίδη (Κρύα βρύση- Βόλου) |
700 |
13.3 |
3.02 |
||
|
Αποτελέσματα τρύγου 2024 (ποικιλία Macabeo – νέος αμπελώνας) με το σύστημα διαμόρφωσης EKOS-G |
|||||
|
Οινοποιείο |
Απόδοση σε κιλά/στρέμμα |
Σάκχαρα μούστου (Be) |
pH μούστου |
Οξύτητα σε γρ./λ τρυγικού οξέος προ απολάσπωσης |
Οξύτητα σε γρ./λ τρυγικού οξέος κατόπιν απολάσπωσης |
|
Οινοποιείο Δούκα (Αλμυρός Βόλου) |
800 |
13.4 |
3.1 |
8.6 |
7.0 |
Ο Δρ Γεώργιος Γερμάνης είναι Χημικός - Γεωπόνος/Εδαφολόγος και δραστηριοποιείται στον ελληνικό αμπελώνα ως Χημικός και Γεωπόνος από το 1992. Έχει διατελέσει υπεύθυνος Χημείου και Γεωπόνος πεδίου στην Εταιρεία Τσάνταλη από το 1992 έως το 2003. Είχε την επίβλεψη των αμπελώνων της εταιρείας σε Ραψάνη, Αμύνταιο και Αριδαία, Λιτόχωρο Πιερίας, καθώς και στην Θράκη. Στη συνέχεια δούλεψε ως εξωτερικός συνεργάτης, σύμβουλος αμπελουργίας με σημαντικούς σταθμούς τη συνεργασία του επί σειρά ετών με τα εξής οινοποιεία: Κτήμα Τσέλεπου, Κτήμα Σιγάλα, ΚΑΪΡ, Κτήμα Γκλίναβος, Κτήμα Λίγας, Κτήμα Χατζηβαρύτη, Ανατολικός Αμπελώνας. Τα τελευταία χρόνια είναι ο εμπνευστής και επιστημονικός σύμβουλος του Οινοποιείου Μοσχόπολις στη Θεσσαλονίκη.
