Παλαιά αμπέλια και όχι… παλιάμπελα
Αφορμή για το άρθρο αυτό είναι ένα πρόσφατο σχόλιο της Julia Harding MW στο JancisRobinson.com σχετικά με μία γευστική δοκιμή που οργανώθηκε στο Λονδίνο στο πλαίσιο του συνεδρίου Old Vine Conference. Η εν λόγω Master of Wine αναφέρθηκε σε 77 κρασιά από 17 χώρες, ανάμεσα στα οποία δεν υπήρχε ούτε ένα ελληνικό! Και όμως: ένα πολύ μεγάλο τμήμα της Νάουσας και του Αμυνταίου έχει αμπελώνες άνω των 50 ετών, σχεδόν ολόκληρη η Αττική διαθέτει αμέτρητα παλιά αμπέλια, και μάλιστα σε κυπελλοειδή διαμόρφωση, στη Νεμέα και στη Μαντινεία σαφώς υπάρχουν γέρικα πρέμνα, όπως και στην Κρήτη και σε πολλά άλλα νησιά, για να μην μιλήσουμε για τη Σαντορίνη. Σίγουρο είναι, δε, πως σκόρπια παλιά κλήματα, που αξιοποιούνται για την παραγωγή κρασιού, υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα.
Γέρικα, αλλά όχι «τελειωμένα»
Πέρα από την ενδεχόμενη συνεισφορά στην αύξηση των πωλήσεων ενός, ακόμα, όρου στην ετικέτα με ισχυρισμούς περί ποιότητας, αυτή καθεαυτή η σημασία των γέρικων πρέμνων είναι μεγάλη. Όλοι οι αμπελουργοί γνωρίζουν πως τα μεγαλύτερης ηλικίας πρέμνα είναι κατά κανόνα άψογα προσαρμοσμένα στο περιβάλλον τους, πως διαθέτουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην ξηρασία και στις ασθένειες και πως παρουσιάζουν μεγαλύτερη κλωνική ποικιλομορφία. Έχουν, επίσης, σημαντικά αποθέματα βιομάζας και άνθρακα, το δε ριζικό τους σύστημα παίζει σημαντικό ρόλο στην προστασία του εδάφους και στη θρέψη τους. Σύμφωνα με τον οινολόγο Αλέξανδρο Τζιαχρήστα της οινοποιίας Μπουτάρη, η οποία διατηρεί στη Μαντινεία ένα ξερικό βιολογικό αμπελώνα 50 στρεμμάτων με μοσχοφίλερα άνω των 50 ετών, «τα παλαιά αμπέλια είναι θησαυρός γενετικής παραλλακτικότητας. Είναι πιο ανθεκτικά στην ξηρασία και σε αυτά βλέπουμε διαφορετικούς βαθμούς ωρίμασης μέσα στο ίδιο αμπέλι. Προσωπικά, παρατηρώ μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και στα κρασιά που παράγονται από σταφύλι τους, ενδεχομένως ξεφεύγοντας από την τυπικότητα που έχουμε στο μυαλό μας για συγκεκριμένες ποικιλίες, ακριβώς λόγω του κλωνικού πλούτου που εμφανίζει ένας αμπελώνας με παλαιά αμπέλια».
Εννοείται πως η ηλικία ενός πρέμνου δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση υψηλής ποιότητας στην παραγωγή ενός κρασιού· τα φυτά πρέπει να είναι υγιή, σωστά επιλεγμένα ως προς το υποκείμενο και τα εδάφη όπου είναι φυτεμένα και, βέβαια, σωστά καλλιεργημένα. Φυσικά, όπως σε όλα τα πράγματα, ο οικονομικός παράγοντας παίζει το ρόλο του, που μπορεί να είναι μέχρι και καθοριστικός. Είναι γεγονός πως το να συντηρείς παλιά αμπέλια είναι ένα ακριβό σπορ, καθώς η στρεμματική τους απόδοση είναι χαμηλότερη (συχνά κατά πολύ), κάτι που συνεπάγεται μικρότερα έσοδα για τον παραγωγό. Αυτό σημαίνει πως χρειάζονται κίνητρα ώστε οι παραγωγοί αντί να ξεπατώνουν αμπελώνες να τους διατηρούν, πόσο μάλλον με παλαιά αμπέλια. Οπότε, αντί για προγράμματα καταστροφής ή αντικατάστασης αμπελώνων, όπως αυτά που κατά διαστήματα βλέπουμε να τρέχουν στην Ε.Ε., χρειάζονται και ανάλογα προγράμματα υπέρ της διατήρησης αμπελώνων με παλαιά αμπέλια.
Η αξία των αμπελώνων αυτών, καθώς και των κρασιών που παράγονται από τα σταφύλια τους, πρέπει να αναγνωριστεί από τους εμπλεκόμενους στην παραγωγή και στην αγορά και οι καταναλωτές να ενημερώνονται για την αξία τους, ώστε να είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν περισσότερα για να αποκτούν κρασιά από αυτούς. Βεβαίως, αναλόγως πρέπει να κινηθούν και οι παραγωγοί με τέτοια αμπέλια, εκτιμώντας την αξία τους, κινητοποιούμενοι υπερήφανα υπέρ αυτών.
Η ισχύς εν τη ενώσει
Μία τέτοια πρωτοβουλία αποτελεί το Old Vine Registry (https://www.oldvineregistry.org), που εμπνεύστηκε η Jancis Robinson MW, όταν από το 2010 ξεκίνησε με τους συνεργάτες της, κυρίως την οινογράφο Tamlyn Currin, μία στοιχειώδη καταγραφή παλαιών αμπελιών. Σταδιακά, ο κατάλογος μεγάλωσε πολύ και όλοι οι εμπλεκόμενοι κατάλαβαν ότι χρειαζόταν να δημιουργηθεί μία διαδικτυακή βάση δεδομένων, η οποία υλοποιήθηκε με τη βοήθεια και την εποπτεία του σύμβουλου οίνου Alder Yarrow. Ακολούθησε, το 2018, το συνέδριο Old Vine Conference (https://www.oldvines.org) από τη Sarah Abbott MW, με στόχο να θεσπιστεί μία παγκόσμια κίνηση διάσωσης των παλαιών αμπελιών, να αναδειχθεί η αξία τους και να βρεθούν οι πόροι που θα τους καταστήσουν οικονομικά βιώσιμους. Περιφερειακός πρεσβευτής του Old Vine Conference για την Ελλάδα είναι ο Γιάννης Καρακάσης MW. Αντίστοιχες πρωτοβουλίες σε άλλες χώρες είναι το Old Vine Project στη Νότια Αφρική και το Old Vine Charter στην Αυστραλία.
Σύμφωνα με το Old Vine Registry, «τουλάχιστον το 85% των αμπελιών σε ένα συγκεκριμένο αμπελώνα πρέπει να είναι ηλικίας τουλάχιστον 35 ετών και εάν τα αμπέλια έχουν εμβολιαστεί, τα εμβόλια πρέπει να έχουν παραμείνει στη θέση τους επί 35 έτη». Αναγνωρίζεται ότι οι ακριβείς ημερομηνίες φύτευσης και εμβολιασμού δεν είναι πάντοτε γνωστές, γι' αυτό δέχονται καλόπιστες εκτιμήσεις των ημερομηνιών αυτών από άτομα που γνωρίζουν. Αυτή η απαίτηση ελάχιστης ηλικίας 35 ετών ταιριάζει με τα κριτήρια που έχουν θεσπιστεί και από διάφορους άλλους συναφείς φορείς ανά τον κόσμο. Επίσης, έχει καθιερωθεί ο όρος «παλαιά αμπέλια» να είναι στα γαλλικά «vieilles vignes» και στα αγγλικά «old vines».
Τα παλαιότερα των παλιών αμπελιών
Αυτή τη στιγμή τα μεγαλύτερης ηλικίας πρέμνα στον κόσμο είναι τα ελάχιστα εναπομείναντα προφυλλοξηρικά. Κατά τη βικτωριανή εποχή αρκετά διαδεδομένη ήταν η μεταφορά φυτών από τη Βόρεια Αμερική στην Ευρώπη, για να εμπλουτιστούν οι συλλογές κήπων και θερμοκηπίων. Κάπως έτσι μεταφέρθηκαν και φυτά από αμερικανικές ποικιλίες αμπέλου, με αποτέλεσμα να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη, μαζί με αυτές και οι ασθένειες που έφεραν. Αρχικά, στα μέσα του 19ου αιώνα, μεταφέρθηκε το ωίδιο, λίγο αργότερα ο περονόσπορος και προς τα τέλη του 19ου αιώνα μία από τις μεγαλύτερες πληγές του ευρωπαϊκού αμπελώνα, η φυλλοξήρα, που επέφερε μία ανυπολόγιστη καταστροφή και στη συνέχεια διασκορπίστηκε σε πολλές περιοχές του κόσμου. Σύμφωνα με μελέτη του υπουργείου Γεωργίας (1963), στην ηπειρωτική Ελλάδα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1898 στο χωριό Καπουτζήδα (σημερινή Πυλαία Θεσσαλονίκης).
Η φυλλοξήρα είναι μία ημίπτερη αφίδα (παρασιτικό έντομο), η οποία εμφανίζει έναν πολύπλοκο κύκλο ζωής. Δημιουργεί πληγές στο ριζικό σύστημα του πρέμνου από το οποίο τρέφεται, οι οποίες στη συνέχεια επιμολύνονται από μύκητες και με την πάροδο του χρόνου το αμπέλι νεκρώνεται. Το έντομο μεταφέρεται είτε από τον αέρα (τα φτερά του είναι μικρά για να πετάξει κανονικά) είτε, συνηθέστερα, από τον άνθρωπο. Η μεταφορά γίνεται με εργαλεία, υποδήματα, χώμα, μολυσμένα φυτά ή τμήματα αυτών. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν πολλά που μπορούν να προστατέψουν από τη φυλλοξήρα. Η λύση που δόθηκε, εν τέλει, για να ξαναφυτευτούν αμπέλια στις πληγείσες αμπελουργικές ζώνες ήταν η φύτευση σε ριζικό υποκείμενο αμερικάνικων ποικιλιών και σε κάποιες βελτιώσεις αυτών και ο εμβολιασμός με την επιθυμητή ευρωπαϊκή ποικιλία.
Πώς διασώθηκαν, λοιπόν κάποιοι αυτόριζοι αμπελώνες ανά τον κόσμο; Κατά καιρούς έχουν υπάρξει διάφορες θεωρίες. Η σύσταση του εδάφους παίζει σημαντικό ρόλο. Το αμμώδες έδαφος είναι προστατευτικό. Αμπελώνες που ήταν πιο απομονωμένοι γλίτωσαν. Τα τελευταία χρόνια, ο πολύ αυστηρός έλεγχος και η καραντίνα που επιβάλλεται σε φυτά που μεταφέρονται από τη μία χώρα ή περιοχή στην άλλη έχει προστατέψει τις εναπομείνασες αμόλυντες περιοχές.

